Κεραμίδα τον χτύπησε τον Στρατή. «Δεν σε θέλω πια, δεν σ' αγαπώ. Τελειώσαμε…!», του ανακοίνωσε η σύζυγός του και μητέρα του μονάκριβου παιδιού τους, που πριν από ένα ακριβώς χρόνο θάψανε… Για να συμπληρώσει σε ένα ξέσπασμα ειλικρίνειας: «Αναγκάστηκα να σε παντρευτώ γιατί με πίεζαν οι δικοί μου…!». Τόσο αμείλικτης και σκληρής που η ευαίσθητη και πληγωμένη ψυχή του, δεν θα το άντεχε. Είχε ζήσει 25 ολόκληρα χρόνια μαζί της, και χαρές αλλά και λύπες, δυσκολίες αφάνταστες, στερήσεις αμέτρητες... Θυσίες, όπως αυτές που όλοι οι γονείς κάνουν για τα παιδιά τους.
Αλλά είναι αλήθεια ότι αγωνίστηκαν μαζί να μεγαλώσουν το άτυχο και άμοιρο παιδί τους. Που η σκληρή Μοίρα, η φθονερή και αδυσώπητη, τους το πήρε πριν συμπληρώσει τα 24 του χρόνια... Έχασε το βλαστάρι του και τώρα χάνει και τη γυναίκα του. Είναι τώρα ένα κουρέλι κυριολεκτικά. Σκέφτεται: «Μα τόσο ανόητος ήμουν, που επί ένα τέταρτο του αιώνα ζούσα σε μια πλάνη, σε μια ψευδαίσθηση;». «Δεν μπόρεσα να καταλάβω τίποτε;».
Βέβαια, ο Στρατής δεν ήταν χαζός. Κάτι είχε υποψιαστεί όλα αυτά τα χρόνια. Δεν έβλεπε αυτά τα πραγματικά σημεία, που δείχνουν ότι μια γυναίκα είναι ερωτικά δεμένη με τον σύντροφό της…
Δεν τολμούσε όμως να το παραδεχτεί. Μάλλον τον βόλευε η ψευδαίσθηση, όπως πολλούς από μας. «Δεν είναι δυνατόν, πρέπει να με αγαπάει έστω και λίγο… Τόσα χρόνια δουλεύω, αγωνίζομαι να μην τους λείψει τίποτα». Στερείτο ο ίδιος, για να του μείνουν λεφτά για την οικογένειά του.
Ψιλόβροχο, στη μουντή και καταθλιπτική ελληνική μεγαλούπολη, περπατούσε σαν χαμένος στη μεγάλη λεωφόρο. Δεν έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα αυτοκίνητα που περνούσαν ξυστά δίπλα του. Η λάσπη από τα βρομόνερα δεν τον πείραζε καθόλου. Ίσως και να ευχόταν κατά βάθος να τον κτυπήσει κάποιο απ' αυτά τα αυτοκίνητα, να λυτρωθεί, να πάει να συναντήσει το παλληκάρι του. Με βρεγμένο πρόσωπο, από τη βροχή και από τα δάκρυα, προχωρούσε σαν χαμένος. Έβλεπε τα ευτυχισμένα ζευγάρια με τα παιδιά τους, να ψωνίζουν τα χριστουγεννιάτικα δώρα, μπροστά στις βιτρίνες με τα στολισμένα δέντρα, έβλεπε την ευτυχία τους και το μαχαίρι γυρνούσε βασανιστικά στην πληγή και τη μάτωνε ακόμα περισσότερο…
Κάποια στιγμή τα κουρασμένα του βήματα τον έφεραν μπροστά στις ράγες του προαστιακού τραμ. Στάθηκε, σκέφτηκε να δώσει ένα τέλος στη μίζερη ζωή του, δίστασε, δεν βρήκε την τόλμη, το κουράγιο. Θυμήθηκε και τα λόγια της μανούλας του (που είχε φύγει δύο μόνο χρόνια πριν από το παιδί του), όταν καμιά φορά της έλεγε, έτσι χωρίς να το εννοεί, ότι θα βάλει τέλος στη ζωή του, μην αντέχοντας τα τόσα βάσανα: Φτώχια, προσφυγιά, ξενιτειά!: «Γιε μου, η αυτοκτονία είναι η χειρότερη αμαρτία. Θα δώσεις την ψυχή σου στον Σατανά;».
«Αχ, μάνα μου, πού είσαι να με δεις πώς κατάντησα…!», ψιθύρισε, λίγο πριν πηδήξει στις γραμμές του τραμ…
Α. ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΗΣ




