Κι όταν τελείωνε το παιχνίδι στις αλάνες τα καλά παιδιά σκαρφίζονταν χίλιους τρόπους για να κρατήσουν τα μάτια ανοικτά, ακόμα και με καρφίτσες το βράδυ της παραμονής, να δουν τον καλό παππούλη…
…σας έχω νέα, φοβάμαι καθόλου ευχάριστα. Σας φάγανε λάχανο τελικά. Πήρα μια τρομάρα ακούγοντας ότι πουλάτε το εξατάρανδο έλκηθρό σας με το θερμαινόμενο κάθισμα! Βούρκωσα σαν να είδα ταράνδους να κλαίνε σε καταστήματα και ν’ αρπάζουν δώρα για να τα φέρετε εσείς διά της… κανονικής, πατροπαράδοτης, χιονισμένης στα όνειρά μας μόνο, οδού. Και θέλω, για να την… σπάσω στο σύγχρονο εμπόριο, να υπερασπιστώ την εικόνα σας: χοντρούλης, με την άσπρη γενειάδα σας, την κόκκινη φόρμα με τη μαύρη ζώνη (αυτήν την τελευταία μήπως να τη χρησιμοποιούσατε για να αμολήσετε… μποναμάδες στις φιγούρες που μιμούνται κάκιστα τη μορφή σας και σας κλέβουν τη δουλειά;). Έτσι σας αγαπάμε. Και θέλω να βάλω αγγελία στην εφημερίδα αυτής της Λίτσας που σας ρωτάει πώς μπορεί να σας εξυπηρετήσει, που να λέει τα εξής: «Απωλέσθη η λαχτάρα της έλλειψης. Ο ευρών ας την κρατήσει ως κάτι πολύτιμο».
Γιατί, ξέρετε, Άγιέ μου, είμαι ένα από τα παιδιά που μεγάλωσαν με δυο ζευγάρια παπούτσια τον χρόνο, ένα χειμωνιάτικο, ένα καλοκαιρινό. Που φορούσαν αδιαμαρτύρητα (αν μπορούσαν ας έκαναν κι αλλιώς) τα ρούχα του μεγαλύτερου. Που έπαιρναν τα παλιά του βιβλία. Έμαθαν έτσι να μοιράζονται, να νοιάζονται. Η ψυχολογία, ξέρετε, δεν είχε εφευρεθεί ακόμα και η λέξη τραύμα ήταν άγνωστη. Πληγωμένα, εν αγνοία τους ή όχι, τα παιδιά μεγαλώνοντας συν-πονούσαν και τέτοιες μέρες, ου, χαμός γινόταν. «Άγιε μου Βασίλη τραγουδούν τα χείλη, να καλωσορίσεις τα καλά παιδιά, που σε περιμένουν μ’ ανοιχτή καρδιά». Γιατί άδεια τσέπη κι ανοιχτή καρδιά πήγαιναν πάντα πακέτο.
Κι όταν τελείωνε το παιχνίδι στις αλάνες, τα καλά παιδιά σκαρφίζονταν χίλιους τρόπους για να κρατήσουν τα μάτια ανοικτά, ακόμα και με καρφίτσες το βράδυ της παραμονής, να δουν τον καλό παππούλη. Να τους περάσει από τον νου να ζητήσουν; Όχι δα. Ονειρεύονταν στον ξύπνιο τους ό,τι η μεγαλοψυχία σας θα τους χάριζε. Κι ας ακολουθούσε η απογοήτευση το πρωί με τα μικροδωράκια της οικονομικής δυνατότητας του γονιού, που διαβεβαίωνε πως εσείς τα φέρατε. Φτάνει που υπήρχαν κι αυτά. Μες στη θολή καθημερινότητα -πού τηλεοράσεις και Facebook και Laptop- χώρος άφθονος υπήρχε μόνο για το όνειρο. Έτσι φτιάχτηκε αυτός ο κόσμος, γι’ άλλα απ’ αυτά που τον συνθέτουν η περηφάνια μας στα ουράνια γι’ άλλα τα μούτρα μας στα πατώματα.
Λίγο πολύ θα μου πείτε έτσι βάδιζε πάντα ο άνθρωπος. Με κάποια ρέγουλα όμως. Τώρα μας πήρε η μπάλα, από βόθρο σε βόθρο, από μίζα σε μίζα, από ρεμούλα σε ρεμούλα. Πωλείται πατρίς, πωλείται στις τράπεζες του εξωτερικού. Πληροφορίες εντός!
Η αλήθεια, με λύπη σας το λέω, άχρηστη η σακούλα σας, μην πω κι η ίδια η παρουσία σας και συγχωρέστε με. Αν όμως αποφασίσετε τελικά να ’ρθείτε για κάποια πρώην παιδιά που κρατάνε ζωντανό το παιδί μέσα τους, κάντε τους τη χάρη και εμφανιστείτε αληθινός αν γίνεται. Θα σας το χρωστάνε. Α, και να φυλάγεστε, γιατί έτσι κι αρπάξει το μάτι κανενός ατσίδα τη σακούλα, κλάψτε την. Μη σας πάρει και σας μαζί, λέω, και σας περιμένουν του χρόνου -Θεού θέλοντος- εκείνα τα καλά παιδιά. Φοβάμαι πως η παιδική ψυχή είναι άδεια πια από λαχτάρα. Όλα προαποφασισμένα, καθορισμένα και σίγουρα.
Καλή σας χρονιά, Άγιέ μου, και κάντε μια ευχή να ’ναι και για μας καλή, καλύτερη τουλάχιστον απ’ αυτήν που φεύγει - χλομό το βλέπω μα ας είναι, στο καλό να πάει, μην πω καμιά βαριά κουβέντα χρονιάρες μέρες.
Καλή σας χρονιά, Άγιε των παιδιών. Καλή μας χρονιά!
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ
Έκτακτες ειδήσεις
Τα ακίνητα της εβδομάδας




