Ο φίλτατος συναγωνιστής Χαράλαμπος Μπαταριάς μάς πρόσφερε πρόσφατα το βιβλίο του «Οι θύμησες του Μπαταριά, 1955-1959», που καλύπτουν την αγωνιστική του δράση στον αντίστοιχο απελευθερωτικό αγώνα του 1955-59.
Στο διακοσιοεικοσιεφτασέλιδο σύγγραμμα καταχωρίζονται είκοσι δύο συνολικά κεφάλαια, που αναφέρονται στη συμμετοχή του Μπαταριά σε επικές αναμετρήσεις του αντάρτικου κινήματος ενάντια στη βρετανική διακατοχή, όπως είναι η ιστορική μάχη στα Σπήλια -με τη θρυλική μορφή του Γρηγόρη Αυξεντίου να δίνει τα πρωταρχικά ηρωικά μηνύματα του κυπριακού αντάρτικου-, η μάχη στο μεταλλείο Μιτσερού, η «μάχη του Πεύκου», η μάχη στο Κόκκινο Φανάρι, η ανατίναξη του σταθμού της ηλεκτρικής του Καρβουνά, η αρπαγή των κυνηγετικών όπλων, η μάχη στον δρόμο Χανδριών-Αγρού, με τον θάνατο του ήρωα Χρήστου Τσιάρτα -που ο γράφων είχε την ευκαιρία να τον γνωρίσει κάποιες νύχτες στο αντάρτικο και να διαπιστώσει το απαράμιλλο αγωνιστικό του ήθος- να σημαδεύει τα γεγονότα, η ζωή στα Κιόνια, η «Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου» για τους Άγγλους στρατοκράτες, «η νύχτα της δευτέρας προς την τρίτη Νοεμβρίου του '56» κι άλλα. Το ύφος του βιβλίου του Μπαταριά, απόφοιτου Δημοτικού, αλλά φιλομαθέστατου, θυμίζει απαράλλαχτα το ύφος των απομνημονευμάτων του θρυλικού πολέμαρχου της γιγαντομαχίας του Εικοσιένα, Ιωάννη Μακρυγιάννη.
Αντίθετα προς το λόγιο ύφος γραφής του Κασομούλη -που, άλλωστε, δεν το κατείχε-, το ύφος του Μακρυγιάννη, όπως ακριβώς και το ύφος του Μπαταριά, δίχως ακκίσματα λογοτεχνικά, παρέξω από άνθη και ψιμύθια -μακράν γραφής όζουσας ξενικής επενέργειας- ο Μπαταριάς προβάλλει το γνωστό του ευθαρσές προσωπικό ύφος στον αναγνώστη. Με τον Μπαταριά ο Πέτρος Στυλιανού βρέθηκε στα Λαγουδερά τα Χριστούγεννα του ’55, στο κρησφύγετο στα Πεταούλια μ’ αρχηγό τον Γρηγόρη Αυξεντίου, μαζί με άλλους συναγωνιστές, όπως τον Νίκο Σπανό, τον Γιώργο Μάτση κ.ά.
Αργότερα, στις 10 Μαρτίου 1959, ξαναβρέθηκαν στις φυλακές του Wormwood Scrubs του Λονδίνου κι οι 31 εξόριστοι Κύπριοι αντάρτες, απ’ όπου 17 (ανάμεσά τους κι ο Πέτρος Στυλιανού κι ο Χαρ. Μπαταριάς μεταφέρθηκαν στις 13 Μαρτίου στην Κύπρο, όπου χιλιάδες λαού τούς επιφύλαξε αποθεωτική υποδοχή στην εκκλησιά της Φανερωμένης, με τον Πέτρο Στυλιανού να εκφράζει εκ μέρους και των 17 ανταρτών, σε μια συγκλονιστική εκδήλωση, τη βαθύτατη συγκίνησή τους για τη μεγαλειώδη υποδοχή).
Επιλέγω, εξάλλου, απ’ όλα τα κεφάλαια να σταχυολογήσω κάποιες αράδες. Στέκομαι, συγκεκριμένα, στο κεφάλαιο: «Η σύλληψή μας - η κακή ώρα», στο οποίο ο Μπαταριάς προδομένος, περικυκλωμένος, αποκαλύπτει: «Εγώ σηκώθηκα αμέσως, πάτησα το ένα πόδι μου στο πάτωμα και ενώ το άλλο ήτο ακόμη διπλωμένο, άπλωσα το χέρι μου να πάρω το στεν που ήτο ακουμπισμένο στον τοίχο, δίπλα από το κρεβάτι με τη γεμιστήρα πάνω. Όμως εκείνη τη στιγμή άναψε ένα φως κλεφτοφάναρου προς το μέρος μας, άκουσα έναν πυροβολισμό, ένιωσα κάτι σαν ρίγος και αμέσως έκρουζε το στήθος μου, με πυροβόλησαν, είχα πληγωθεί…
Με τον πυροβολισμό που δέχτηκα, ενώ έκαμνα την κίνηση να πιάσω το όπλο μου, η σφαίρα κτύπησε στην Καινή Διαθήκη, η οποία ήτο στην αριστερή τσέπη του υποκαμίσου μου, δηλαδή στο μέρος της καρδιάς, κατέστρεψε τη γωνία της Καινής Διαθήκης, χωρίς σχεδόν να πειράξει ούτε ένα γράμμα, έπαθε εξοστρακισμό από το χαρτί και αντί να προχωρήσει προς την καρδιά μου, άλλαξε πορεία, πέρασε από το στήθος μου και μπήκε στο δεξί χέρι του Χαράλαμπου Πιρμεττή, αδελφού της κυρίας Μαρίας, της οικοδέσποινας... Έτσι, με την Κ.Δ. σώστρα μου, σώθηκα…». Πράξεις και λόγια που επιμαρτυρούν το πνεύμα της αγωνιστικότητας και της αυτοθυσίας, αλλά και την εντιμότητα του ήθους και του ύφους…
ΠΕΤΡΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ




