Αχ, Ύψιστε Θεέ, αλλιώς μας τα ’πατε, αλλιώς τα «χειριστήκαμε» (είναι πολύ in η λέξη τελευταίως). Χαθήκαμε στην «κατά το δοκούν» (στην κυπριακή «όπως μας έδοξε») μετάφρασή τους. Τα μηνύματά σας, καθαρά: φτωχική φάτνη, άδολα ζώα να ζεσταίνουν το βρέφος που Σεις επιφορτίσατε με τη μεγάλη αποστολή να φορτωθεί τις αμαρτίες των ανθρώπων για έναν καλύτερο κόσμο, απλοϊκοί βοσκοί να το σκεπάζουν μ’ ό,τι έχουν, σοφοί μάγοι να του αποθέτουν συμβολικά δώρα. Αιώνες τώρα, ο κάθε άνθρωπος, αντικρίζοντας ένα παιδί, γίνεται κάποιες στιγμές σαν μελισσοκέρι ευωδιαστό μπρος στην ανάσα του που μοσχοβολάει, μπρος στο χαμόγελό του που λάμπει σαν ήλιος, καθάριο κι αυθεντικό. Στις Γραφές βρίσκουμε εκείνο το «και παιδίον γέγονε».
Γεννήθηκε ένα παιδί, φέρνει μαζί του την ελπίδα. Και χρόνια μετά, το παιδί εκείνο θα πει μ’ απλωμένο το χέρι σ’ αγκάλιασμα «άφετε τα παιδία ελθείν προς με»: Αφήστε τα παιδιά να έρθουν να με συναντήσουν, ή καλύτερα αφήστε με να συναντήσω ό,τι κλείνει μέσα της η παιδική ψυχή. Δυο χιλιάδες χρόνια μετά, ο ποιητής θα πει: «Έχε το νου σου στο παιδί, γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα». Αν γλιτώσει το παιδί από τα θηριώδη ένστικτα που καλλιέργησε στην πορεία του ο άνθρωπος. Μέρες γιορτινές κάποιοι σωριάζουν νεκρά στην αυλή σχολείου εκατόν παιδιά, μόνο γιατί είχαν γονιό στρατιωτικό.
Προχθές μόλις, οκτώ παιδιά μαχαιρωμένα μέχρι θανάτου για εκδίκηση. Άλλες δεκάδες παιδιά πνιγμένα στη θάλασσα της ανευθυνότητας μεγάλων σε σχολική εκδρομή, ή ριγμένα με λεωφορείο-καρμανιόλα σε γκρεμό. Χιλιάδες παιδιά θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, μελλοντικοί βιαστές (έτσι εξαργυρώνονται τέτοιες επιταγές). Εκατομμύρια άλλα παιδιά θύματα γονεϊκής σκληρότητας, εκατοντάδες κορίτσια πουλιούνται σαν σκλάβες, αφού η χωρίς αγάπη θρησκεία τους δεν άκουσε το «ουκ εστί άρσεν και θήλυ, πάντες ίσοι εσμέν». Πώς γίνεται έτσι, Μεγαλοδύναμε, ο άνθρωπος, τόσο όμορφα που αρχίζει τον περίπατό του στον κόσμο; Πού πάει εκείνο το «κατ’ εικόναν και ομοίωσιν», προικιό της δικής Σας μεγαλοψυχίας; Τέτοια ύβρις;
Για τα παιδιά, λέμε, οι μέρες αυτές. Για ποια παιδιά; Γι’ αυτά που θα δεχθούν βουνά τα δώρα, άψυχη εξόφληση του χρέους της απουσίας αληθινής επικοινωνίας που δίνει σιδερένια βάση στην παιδική ψυχή; Ή για τα άλλα που φοβισμένα, άλαλα απ’ τον τρόμο της βίας και τον πόνο της στέρησης θα περιμένουν άδικα ένα κουτάκι ανθρωπιά;
Πάντως, εμείς στολίζουμε δρόμους και σπίτια όσο μπορούμε, μ’ όσα μας βρήκαν, οι πολλοί, όσο πιο σπάταλα και προκλητικά γίνεται, οι λίγοι. Μα στολίσαμε. Για να υποδεχθούμε το Θείο Βρέφος, άλλοι ψάχνοντας το νόημα της προσφοράς Σας κάτω από βουνά κουραμπιέδες ή «γκουρμέ» (άλλη λέξη της μόδας αυτή) επινοήσεις γευστικής απόλαυσης, κι άλλοι να νιώθουν μαχαιριά στην καρδιά ένα βλέμμα παιδικό που ψάχνει λίγη χαρά.
Κι όπως γίναμε εδώ, σ’ αυτή την κουτσουλιά γης που το είδε…θου Κύριε…λέμε, μ’ όλο τον σεβασμό: Μήπως για φέτος να το ξανασκεφτόσασταν να το στείλετε το Θείο Βρέφος, μ’ όσες ελπίδες κουβαλά; Πού το στέλνετε; Σε ποιον κόσμο; Άντε και το στείλατε, πολύ θέλει να το βρούμε σε κανέναν οχετό σαν μίζα; Σέρνονται, ξέρετε, χρυσοδάχτυλοι σωρό. Ρίσκο, μεγάλο ρίσκο, εμείς σας το λέμε, χρέος μας είναι. Αν θα το πάρετε, δική Σας απόφαση. Από μας μια ευχή, μ’ όση αλήθεια ή τυπικότητα κλείνει: Καλά Χριστούγεννα.
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




