Η ανεργία και η κρίση γίνονται πιο έντονα αντιληπτές στις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, οπότε η κατανάλωση είναι ο μόνος βασικός λόγος ύπαρξής τους. Ο απλός πολίτης θα προσπαθεί να ξεγελάσει την καταναλωτική του νοοτροπία, αντίθετα με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αναμένουν την τζούρα οξυγόνου των ημερών.
Οι μνήμες άλλων εποχών, κατά τις οποίες οι πολύχρωμες σακούλες των καταστημάτων στα χέρια του καταναλωτή και οι ευχές μαρτυρούσαν την διαφορετικότητα των ημερών, ενώ γινόταν ένα όργιο «καλεσμάτων» ένα μήνα πριν, ώστε να «καπαρώσουν» τους φίλους σε πάρτι και φαγοπότια, είναι για πάντα παρελθόν. Εύλογα πλανάται το ερώτημα, πώς εξαφανίστηκαν τα λεφτά από τα νοικοκυριά και πώς κατάντησε ο πολίτης σε ελεύθερες χώρες να είναι μαρτυρικά σκλαβωμένος, σε ένα ασαφές οικονομικό δράμα, που απλοϊκά καθορίζεται σαν «οικονομική κρίση».
Πώς το άλλοτε ποθητό καπιταλιστικό σύστημα του συναγωνισμού, της ευμάρειας και των ευκαιριών μετατράπηκε σε κόλαση του εργαζομένου. Η παρατεταμένη οικονομική κρίση, ειδικά της νότιας Ευρώπης, απαιτεί όλο και πιο σκληρά μέτρα λιτότητας, μετατρέποντας τον πολίτη στο ανυπεράσπιστο θύμα της διαμάχης αναδιανομής του πλούτου.
Αυτός αδυνατεί να συγκεκριμενοποιήσει αν φταίνε οι πολιτικοί ή οι τράπεζες. Μα αν είναι οι τράπεζες το πρόβλημα, τότε τα δάνεια ανακεφαλαιοποίησής τους ισοδυναμούν με ενίσχυση του προβλήματος. Από τη δεκαετία του ΄70 και για 30 χρόνια, ο «καπιταλισμός», βασισμένος στη φιλοσοφία να δημιουργήσει τεχνικούς χώρους δράσης, αναδιαμόρφωσε «βίαια» την κουλτούρα της αποταμίευσης, σε κουλτούρα άναρχης κατανάλωσης, μέσω του «πλαστικού χρήματος» και τα εύκολα πακέτα δανεισμού, με χρήματα που δεν υπήρχαν.
Το αποκορύφωμα ήταν τα ανασφαλή δάνεια ή τα φαινομενικά ασφαλή, που θα μετατρεπόντουσαν αυτόματα σε ανασφαλή, όταν θα φαινόταν η πραγματική εικόνα των οικονομικών δεδομένων. Καταχρεωμένα και τα δισέγγονά μας πλέον, σε δανειστές φαντάσματα, χωρίς διακρίσεις σε κομματικές αποχρώσεις ή κυβερνήσεις, αποκλείουν κάθε βραχυπρόθεσμη λύση του προβλήματος. Οι πολίτες θα αντιδρούν με τους παραδοσιακούς τρόπους, πράγμα που δεν φέρνει κανένα αποτέλεσμα ή επιπτώσεις στις ανώνυμες δυνάμεις της αγοράς.
Η πολιτική έχει χάσει την ικανότητα επιβολής της δική της ατζέντας και η εθνική κυριαρχία είναι μια αυταπάτη. Ακόμη και ο πιο ακραίος πολιτικός, όσο και αν θέλει ή αντιδρά, είναι αναγκασμένος, εκ των πραγμάτων, να υιοθετεί μια πολιτική που εξαρτάται απόλυτα από τις αντιδράσεις των αγορών. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει διέξοδος σε μια ριζική αλλαγή, η κάθε προσπάθεια είναι άνευ ουσίας.
Η αλλαγή νοοτροπίας του πολίτη από την κατανάλωση, στην ικανοποίηση βασικών αναγκών, θα πάρει χρόνια και ίσως δεν φτάσει ποτέ σε αυτό το αποτέλεσμα, που σαν λύση θα επιφέρει μεγαλύτερο πλήγμα στο καπιταλιστικό σύστημα, που βασίζεται στην αχρείαστη κατανάλωση.
Από τα εργατικά κινήματα, το όργιο κατανάλωσης του 20ού αιώνα, μέχρι τη διαφθορά και την «παγκόσμια κρίση» τού σήμερα, ίσως η μόνη μακροπρόθεσμη αισιόδοξη ελπίδα να είναι η γέννηση ενός νέου πολιτικο-οικονομικού συστήματος.
Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά να αισιοδοξούμε ότι θα αλλάξει η ανθρωπότητα από μόνη της, όπως έκανε αμυντικά τόσες φορές στο παρελθόν. Αυτό για να γίνει θα πρέπει να αντιληφτούμε τι μας συμβαίνει, πράγμα που μπορεί να γίνει από τα παιδιά μας, ίσως τα εγγόνια μας, μια και είναι ιστορικά αποδειγμένο ότι συνειδητοποιούμε την ύπαρξη μιας κατάστασης μεταγενέστερα.




