Στα πεζά χρόνια που ζούμε της μιζέριας και των σκανδάλων, η απώλεια μιας τόσο σημαντικής προσωπικότητας αφήνει πίσω της ένα δυσαναπλήρωτο κενό
Στις 24 του περασμένου Νοεμβρίου άφησε την τελευταία της πνοή η μεγάλη καλλιτέχνις, δασκάλα πιάνου και παιδαγωγός Λουλού Συμεωνίδου, ιδρύτρια και διευθύντρια του Εθνικού Ωδείου Κύπρου από το 1948 μέχρι το 2009.
Στα 96 της χρόνια, πλήρης ημερών, αποχαιρέτησε μια ζωή γεμάτη δημιουργία και αγώνες, ακόμη και σε δύσκολους για τη χώρα μας καιρούς, αντιμετωπίζοντας με αισιοδοξία τα εμπόδια που εύρισκε στον δρόμο της.
«Η ζωή θέλει δυνατούς», έλεγε στους μαθητές της, που μας αγαπούσε τον καθένα χωριστά και μας εμψύχωνε να προχωρούμε με θάρρος στη ζωή μας. Με τον μοναδικό της τρόπο, μας έκανε να νιώθουμε ικανοί να αντιμετωπίζουμε τις αντιξοότητες της ζωής, να βάζουμε όλες μας τις δυνάμεις για να φθάσουμε στον στόχο μας.
«Δεν μπορεί να γίνει κανείς βιρτουόζος, στηριζόμενος αποκλειστικά στο ταλέντο του. Το ταλέντο είναι μόνο το 10% της επιτυχίας. Το υπόλοιπο 90% είναι συνεχής μελέτη, δουλειά, πολλή δουλειά, υπομονή, υπεράνθρωπη προσπάθεια», ήταν η απάντησή της όταν κάποτε πηγαίναμε στο μάθημα αδιάβαστοι. Κι όταν παραπονιόμαστε ότι δεν μπορούσαμε να προσπαθήσουμε περισσότερο ή ότι δεν βρίσκαμε χρόνο να κλέψουμε από τα άλλα μαθήματά μας για να μελετήσουμε μουσική, μας απαντούσε επιγραμματικά, με την κλασική για μας φράση «δεν υπάρχει το ‘δέν μπορώ’, υπάρχει το ‘δέν θέλω’»!
Διαθέτοντας η ίδια έμφυτη ευγένεια και καλή ανατροφή από τους γονείς της, δεν μας δίδασκε μόνο μουσική, αλλά και ολόκληρο τρόπο ζωής, τρόπους καλής συμπεριφοράς και αρμονικής συνύπαρξης μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Δεν δίδασκε μόνο με λόγια, αλλά και με την όλη συμπεριφορά της, σε τρόπο που να διαπλάθει συνεχώς τον χαρακτήρα μας με ήθος και αρχές.
Θυμάμαι που, πιτσιρίκα, με πήρε ο πατέρας μου, γνωστός κι ο ίδιος μουσικός και εκπαιδευτικός, στη φίλη του Λουλού Συμεωνίδου και της ζήτησε να με μάθει πιάνο: «Λουλού μου, δεν βρίσκω πιο άξια δασκάλα για την κόρη μου. Την παραδίδω στα χέρια σου, να μου την κάνεις καλή μουσικό». Με την ίδια εκτίμηση και αναγνώριση της αξίας της, της εμπιστεύθηκαν τα παιδιά τους εκατοντάδες συμπατριώτες μας.
Ανάμεσα στους μαθητές του Ωδείου της των τριών τελευταίων γενεών, ξεχωρίζουν σημερινά και παλαιότερα μεγάλα ονόματα στον κόσμο της μουσικής και, γενικότερα, στο καλλιτεχνικό στερέωμα, όπως οι διευθυντές ορχήστρας Κύπρος Χατζημάρκου, που διαπρέπει στο εξωτερικό και Σπύρος Πίσινος, πρώην διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Κύπρου, η διεθνούς φήμης πιανίστρια Ελένη Μουζάλα, ο διάσημος βιολιστής Χαρουντιούν Μπεντελιάν, ο Χρήστος Πίττας, μουσικοσυνθέτης στο Λονδίνο, ο Μιχάλης Σταυρίδης, τέως επιθεωρητής Μουσικής του Υπουργείου Παιδείας και διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Νέων, ο Γιώργος Κουντούρης, σημερινός διευθυντής της ίδιας ορχήστρας, οι γνωστές διευθύντριες χορωδιών Ρίτα Ολυμπίου και Μάρω Σκορδή, αλλά και γνωστά ονόματα σ’ άλλους χώρους της επιστήμης και του πολιτισμού, όπως η Αίγλη Χατζηχαραλάμπους-Παντελάκη, Γενική Διευθύντρια Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, η Έλενα Θεοδούλου- Χαραλάμπους, Μορφωτική Λειτουργός Α’ στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του ίδιου Υπουργείου και τόσοι άλλοι.
Αγαπημένη μαθήτρια της Ελένης Αθανασιάδου-Μαξιούτη στην Κύπρο, του Τόνυ Γεωργίου, καθώς και του εθνικού μουσουργού μας και ακαδημαϊκού Μανώλη Καλομοίρη στην Αθήνα και, αργότερα, του Walter Gieseking στη Γερμανία, ίδρυσε το 1947, μαζί με τον Ησαΐα Καλμάνοβιτς το «Ωδείον Κύπρου», το οποίο αργότερα αναγνωρίσθηκε από τον τότε διευθυντή του Εθνικού Ωδείου της Ελλάδος Μανώλη Καλομοίρη και μετονομάσθηκε σε «Εθνικόν Ωδείον Κύπρου».
Με τη δημιουργία του Ωδείου, άρχισε μια λαμπρή πορεία της ίδιας και του Ωδείου, που συνεχίστηκε για σειρά δεκαετιών. Η θαρραλέα αυτή πρωτοβουλία της Λουλούς Συμεωνίδου έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία κι άλλων Εθνικών Ωδείων σε διάφορα μέρη της Κύπρου, όπως στην Κερύνεια από την Έλλη Σταύρου, στη Μόρφου από τον πατέρα μου Σώζο Τομπόλη, στη Λεμεσό από τον Δευκαλίωνα Ιωαννίδη, στη Λάρνακα από τη Νίκη Ζέζα, στην Αμμόχωστο από την Κουλέρμου, κ.ά.
Πανέξυπνη, καλλιεργημένη, διορατική, αφοσιωμένη στο μεγαλόπνοο έργο της, φιλοπρόοδη, πρωτοπόρος στην εισαγωγή σύγχρονων και αποτελεσματικών συστημάτων διδασκαλίας, ήξερε να διαλέγει τους συνεργάτες της, αρχίζοντας από τον Γιάγκο Μιχαηλίδη στα ανώτερα θεωρητικά και τον Βαχάν Μπεντελιάν στο βιολί, μέχρι τον Γιώργο Μενελάου επίσης στο βιολί, τον Δημήτρη Πετρίδη στα ανώτερα θεωρητικά και στο βιολί, την Στέλλα Μπίλλη-Αραούζου στη θεωρία και σολφέζ, την Πώλα Τσαγγαρίδου στο μπαλέτο, την Μαίρη Ιωαννίδου στο πιάνο, τη Γιούλικα Δημητρίου-Πανταζή, επίσης στο πιάνο, την Ελλαδίτισσα Σμαράγδα Πρωτογέρου στη φωνητική, πρώτη διευθύντρια της Χορωδίας του Εθνικού Ωδείου Κύπρου, τον Άντρο Νάταρ, επίσης διευθυντή της χορωδίας, τον Βούλγαρο μαέστρο Μιροσλάβ Γκοσποντίνοβ, την πρώην μαθήτριά της Λέλλα Μαραθοβουνιώτου, επίσης στη φωνητική και διεύθυνση χορωδίας και τον πατέρα μου Σώζο Τομπόλη, ως εξεταστή στη σχολή βυζαντινής μουσικής, μεταξύ των αποφοίτων της οποίας υπήρξε και η πρώτη γυναίκα ιεροψάλτης Λυγία Γαλάζη-Κωνσταντινίδου.
Δεν ήταν, βεβαίως, όλα εύκολα. Στους δύσκολους καιρούς, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και, κυρίως, κατά τη διάρκεια της αγγλοκρατίας που τα γράμματα και οι τέχνες για τον λαό έρχονταν από τους κυβερνώντες σε δεύτερη μοίρα, και η πλειοψηφία των Κυπρίων δεν διέθεταν πλεόνασμα διαθέσιμων οικονομικών πόρων για να μαθαίνουν τα παιδιά τους μουσική, η Λουλού Συμεωνίδου, μια μόνη της γυναίκα σ’ ένα ανδροκρατούμενο τότε σύστημα, χρειάστηκε πολύ μόχθο και πείσμα για ν’ αρχίσει και να συνεχίσει το πρωτοπόρο έργο της, υπερνικώντας τις προκαταλήψεις και τις στενές αντιλήψεις της εποχής.
Ευτύχησε να αναγνωρισθεί το έργο της ενόσω ζούσε. Οι τιμητικές εκδηλώσεις που της έγιναν και τα βραβεία που της απονεμήθηκαν από την Κυπριακή Πολιτεία και άλλους φορείς Πολιτισμού, μεταξύ των οποίων το «Βραβείο Μελίνας Μερκούρη», για την προσφορά της στον τομέα των τεχνών και το κρατικό «Αριστείον Γραμμάτων, Τεχνών και Επιστημών», δεν αντανακλούν ολόκληρο το μέγεθος της προσφοράς της, το οποίο είναι ανεκτίμητο.
Στα πεζά χρόνια που ζούμε της μιζέριας και των σκανδάλων, η απώλεια μιας τόσο σημαντικής προσωπικότητας, όπως της Λουλούς Συμεωνίδου, αφήνει πίσω της ένα δυσαναπλήρωτο κενό, πράγμα που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο το έργο του γιού της Προκόπη Συμεωνίδη, και της συζύγου του Κρίστης Παύλου-Συμεωνίδου, σημερινής διευθύντριας του Εθνικού Ωδείου Κύπρου.
Μια από τους ελάχιστους, στην εποχή της, σκαπανείς της δημιουργίας μουσικής συνείδησης και πολιτισμού στον τόπο μας, η Λουλού Συμεωνίδου κατέχει επάξια τη θέση της στο Πάνθεον των σημαντικών ανθρώπων της μικρής μας πατρίδας και του Ελληνισμού, γενικότερα.
Γαίαν έχοις ελαφράν, αλησμόνητη δασκάλα και παιδαγωγός μας, αγαπημένη μας «κυρία Λουλού». Αιωνία σου η μνήμη.
ΚΛΑΙΛΙΑ ΤΟΜΠΟΛΗ-ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
Δικηγόρος, τ. Εισαγγελέας της Δημοκρατίας




