Οι πολίτες σε Ελλάδα και Κύπρο έχουν μάθει πολλά από τα παθήματά τους. Δικαιολογημένα νιώθουν αποκαρδιωμένοι, οργισμένοι και εγκαταλειμμένοι.
Βιώνουν ένα ατέλειωτο Γολγοθά, λόγω άτσαλων χειρισμών ντόπιων και ξένων, οικονομικών σκανδάλων, έντονης αξιακής κρίσης και των κοινωνικών τους συνεπειών.
Νιώθουν απαξίωση για το σύστημα και τους εκφραστές του.
Είναι απορημένοι γιατί την ίδια ώρα που η Κύπρος δεχόταν τη νέα τουρκική εισβολή στην κυπριακή ΑΟΖ, η Αθήνα επίσημα υποδεχόταν τον Τούρκο Πρωθυπουργό Νταβούτογλου, για διμερείς συνομιλίες στο πλαίσιο του ελλαδοτουρκικού φόρουμ συνεργασίας, βγάζοντάς τον από την απομόνωση. Κι αυτός δεν δίστασε, καταχρώμενος την ελλαδική φιλοξενία, να προκαλέσει. Οι εμπρηστικές δηλώσεις του δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.
Υπαινίχθηκε πως διεξάγεται ένας «διάλογος» Τουρκίας- Ελλάδας, με στόχο την αξιοποίηση των κυπριακών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων. Προχώρησε, λέγοντας πως σε περίπτωση που δεν βρεθεί η «φόρμουλα» προς αυτή την κατεύθυνση, τότε Ελλάδα και Τουρκία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια επιτροπή συνδιαχείρισης των κυπριακών υδρογονανθράκων. Κι όλα αυτά, βέβαια, πίσω από τις πλάτες της Λευκωσίας, η οποία σχολίασε πως ο Τούρκος πρωθυπουργός εσκεμμένα προέβη στις πιο πάνω δηλώσεις, για να σπείρει δαιμόνια στις καλές σχέσεις Αθηνών- Λευκωσίας.
Αναμέναμε περισσότερα από την ελληνική κυβέρνηση. Η παρατεταμένη της σιωπή ξενίζει. Δεν διέψευσε τον Νταβούτογλου. Δεν ακύρωσε την επίσκεψή του, ως ένδειξη διαμαρτυρίας, για τις τουρκικές παραβιάσεις της κυπριακής ΑΟΖ. Απέτυχε να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα προς την ΕΕ και τους υπεραντλαντικούς της εταίρους πως, ως εγγυήτρια δύναμη, αντιδρά στις τουρκικές παραβιάσεις του Δικαίου της θάλασσας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου. Δεν στήριξε σθεναρά την απόφαση του Κύπριου Προέδρου να αποχωρίσει από τις συνομιλίες.
Με την πολιτική του «καλού παιδιού» δεν κάμπτεται, ωστόσο, η τουρκική επεκτατική βουλιμία σε Κύπρο, Αιγαίο και Θράκη. Η Αθήνα όφειλε να διεκδικήσει επιτακτικά την άμεση ακύρωση της NAVTEX, και κάθε τουρκικής πρόκλησης σε ξηρά, θάλασσα και αέρα, στον ελλαδικό χώρο από τη Θράκη μέχρι και την Κύπρο ή, ακόμα πιο σημαντικό, να απαιτήσει τον σεβασμό της Τουρκίας στη Σύμβαση της Θάλασσας και την υλοποίηση των δεσμεύσεών της για εφαρμογή του Πρωτοκόλλου και αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας... Δεν το έπραξε.
Φαίνεται πως στη συνάντηση ο Νταβούτογλου έθεσε ξανά το θέμα του casus belli και πρότεινε τη συνδιαχείριση των υδρογονανθράκων, από τις εγγυήτριες δυνάμεις! Οι χαμηλοί τόνοι που τήρησε η Ελλάδα δεν κάμπτουν τις φασιστικές νοοτροπίες των Νταβούτογλου-Ερντογάν, που θεωρούν την Κυπριακή Δημοκρατία ως «εκλιπούσα» και ως μόνιμη όμηρο, στο μαλακό υπογάστριο της Τουρκίας. Προφανώς υπάρχει ζήτημα ανάμεσα σε Λευκωσία και Αθήνα.
Οι δύο κυβερνήσεις οφείλουν να διατηρούν απόλυτα ειλικρινείς και αγαστές σχέσεις μεταξύ τους. Να ανταποκριθούν στο δίκαιο αίτημα των πολιτών και να δώσουν λύσεις στα τεράστια προβλήματα που συσσωρεύτηκαν στα μεγάλα εθνικά θέματα, την οικονομία και την απλή καθημερινότητα. Με δεδομένα τα δημοκρατικά ελλείμματα στην ΕΕ, την ελλειπή κοινοτική αλληλεγγύη και τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των ισχυρών στη γεωστρατηγική μας περιοχή, οι πολίτες ζητούν τη συγκρότηση μιας ξεκάθαρης μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής στα εθνικά θέματα και την οικονομία.
Απαιτούν κάθαρση, διαφάνεια, ορθολογικές αποφάσεις και, κυρίως, λύσεις. Θέλουν να ξέρουν την αλήθεια για όσα τεκταίνονται στο προσκήνιο και το παρασκήνιο. Βαρέθηκαν τα μεγάλα λόγια για εσωτερική κατανάλωση. Ελλάδα και Κύπρος δεν έχουν πια την πολυτέλεια να ωραιοποιούν ή να συγκαλύπτουν καταστάσεις, να αναβάλλουν ή να ολιγωρούν. Οφείλουν να ξεκαθαρίσουν θέσεις, σχέσεις και δράσεις.
Παράλληλα η κυπριακή Κυβέρνηση και τα κόμματα οφείλουν έμπρακτα να αποδείξουν ότι ενστερνίζονται τις αυτονόητες επισημάνσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, ότι δηλαδή: «Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως ανεξάρτητο κράτος, οφείλει να λάβει εκείνες τις αποφάσεις που εξυπηρετούν τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα και πάνω από όλα τα συμφέροντα του κυπριακού λαού …». Αυτό, άλλωστε, πράττει κάθε ευνομούμενη δημοκρατική πολιτεία. Μεριμνά. Διεκδικεί. Διασφαλίζει τα δικαιώματα των πολιτών. Παρέχει ασφάλεια, ευημερία και προοπτική. Αυτό αναμένουμε κι εμείς!




