Σε Ελλάδα και Κύπρο υπάρχουν εν πολλοίς δύο σχολές σκέψης, σχετικά με την αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας, κυρίως σε ό,τι αφορά το Αιγαίο και την Κύπρο

Η πολιτική του κατευνασμού αποτελεί εν πολλοίς την επικρατούσα στρατηγική επιλογή εκ μέρους του ελλαδικού και κυπριακού κράτους, για την αντιμετώπιση του τουρκικού αναθεωρητισμού, με στόχο την αποφυγή ελληνοτουρκικής σύρραξης, η οποία θα ήταν καταστροφική. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία προσφέρει μαθήματα προς διδαχή, ειδικά σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση ενός αντιπάλου με δημόσια εκπεφρασμένο το δόγμα της εξωτερικής του πολιτικής.

Στο πλαίσιο της ιστορικής ανασκόπησης της μετεξέλιξης της οποίας διήλθαν οι Υπηρεσίες Πληροφοριών των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, εντοπίσαμε μία ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα αναφορά στις βρετανικές υπηρεσίες ΜΙ5 και ΜΙ6 και την εκτίμηση που αυτές είχαν, σε σχέση με τη γερμανική απειλή. Συγκεκριμένα, στη σελίδα 79 του βιβλίου του, «Μυστική Δράση: Υπηρεσίες Πληροφοριών στην Ελλάδα» (εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2014), ο Πρέσβης ε.τ. και τέως Διοικητής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ), Παύλος Αποστολίδης, αναφέρει τα ακόλουθα, σχετικά με την εκτίμηση που είχαν οι βρετανικές Υπηρεσίες Πληροφοριών Αντικατασκοπίας και Κατασκοπίας, MI5 και MI6, για τη Γερμανία του Χίτλερ:

«Οι δύο βρετανικές Υπηρεσίες Πληροφοριών έκαναν διαφορετική εκτίμηση της γερμανικής απειλής και του τρόπου αντιμετώπισής της. Η ΜΙ6 (SIS) κατά τη διάρκεια της κρίσης του Μονάχου, υπέβαλε έκθεση στην κυβέρνηση με την οποία συνιστούσε να ικανοποιηθούν οι θεμιτές διεκδικήσεις του Hitler, ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος. Αντιθέτως, η ΜΙ5, βασιζόμενη σε γερμανικές πηγές της, προειδοποίησε την κυβέρνηση Chamberlain να μην ενδώσει, ενώ αμέσως μετά την κρίση, στις 7 Νοεμβρίου 1938, υπέβαλε νέα έκθεση, όπου υποστήριζε ότι ο Hitler είχε ενθαρρυνθεί από την ασθενή αντίδραση της Μεγάλης Βρετανίας και θα προχωρούσε στο πρόγραμμα εδαφικής επέκτασης που είχε περιγράψει στο Mein Kampf».

Αντικειμενικά, η πολιτική κατευνασμού, όχι μόνο της Βρετανίας αλλά και άλλων χωρών της Δύσης, προς τον Χίτλερ, όχι μόνο δεν απέτρεψε την έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά οδήγησε στην περαιτέρω ενθάρρυνση του Χίτλερ, οδηγώντας νομοτελειακά στην υλοποίηση της εδαφικής επέκτασης του γερμανικού κράτους. Η ιστορική έρευνα των αρχείων των Υπηρεσιών Πληροφοριών της Βρετανίας έχει καταδείξει τη διάσταση απόψεων που παρατηρήθηκε ανάμεσα στη ΜΙ5 και ΜΙ6, σχετικά με την ενδεχόμενη γερμανική απειλή. Ωστόσο, θα μπορούσε να σημειωθεί, εν είδει διδαχθέντος μαθήματος, η αποτυχία του δόγματος του κατευνασμού του αντιπάλου, ιδιαίτερα όταν οι προθέσεις του έχουν τύχει λεπτομερούς καταγραφής και δημόσιας προβολής. Στο «Mein Kampf», τη βίβλο της εξωτερικής πολιτικής του Γ' Ράιχ και πόνημα του Χίτλερ, καταγράφονται λεπτομερώς οι προθέσεις του ηγέτη της Γερμανίας και η ναζιστική εκδοχή του «lebensraum» - ζωτικού χώρου, του γερμανικού κράτους. Μέσω του «Mein Kampf», αναδιπλώνονται οι προθέσεις για αναπροσαρμογή της γεωγραφίας του γερμανικού κράτους, υπό την ηγεσία του Χίτλερ.

Είναι ενδιαφέρων ο παραλληλισμός με το «Στρατηγικό Βάθος», πόνημα του τότε Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων και νυν Πρωθυπουργού της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, όπου, κατά παρόμοιο τρόπο, σκιαγραφείται ο ζωτικός χώρος της Τουρκίας και καταγράφονται οι προθέσεις της Τουρκίας σε όλα τα επίπεδα, ήτοι στρατιωτικό, πολιτικό, οικονομικό, πολιτισμικό, ανάμεσα στα άλλα. Ως γνωστό, ο Νταβούτογλου δεν είναι κάποια τυχαία προσωπικότητα, ως έχει καταδείξει η σταδιοδρομία του την τελευταία δεκαετία, έχοντας περάσει από τις θέσεις του συμβούλου του Πρωθυπουργού Ερντογάν και του Υπουργού Εξωτερικών.

Το «Στρατηγικό Βάθος» αποτελεί τη βίβλο της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, γεγονός που έχει αποδειχθεί έμπρακτα και ποικιλοτρόπως, ειδικά την τελευταία δωδεκαετία, με την άνοδο του AKP και του Ερντογάν στην εξουσία. Οι προθέσεις, στρατηγικοί στόχοι και τα μέσα υλοποίησης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, ειδικά σε σχέση με τον Ελληνισμό, παραμένουν πληροφορίες από ανοικτές πηγές και εύκολα προσβάσιμες στο ευρύ κοινό.

Σε Ελλάδα και Κύπρο, υπάρχουν εν πολλοίς δύο σχολές σκέψης, σχετικά με την αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας, κυρίως σε ό,τι αφορά το Αιγαίο και την Κύπρο. Η πρώτη σχολή προτείνει λογική κατευνασμού έναντι της Τουρκίας, με τη δεύτερη να υπογραμμίζει έντονα ότι ο αναθεωρητισμός της Τουρκίας, σε συνδυασμό με την ασθενή στάση των Αθηνών και της Λευκωσίας, ενθαρρύνει περαιτέρω τις επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας. Η ιστορική εμπειρία, στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο και περιβάλλον, μας έχει διδάξει ότι η πολιτική του κατευνασμού για την αντιμετώπιση ενός δρώντα με πρόδηλα επεκτατικές βλέψεις που αντιβαίνουν το πνεύμα της καλής γειτονίας, ασφάλειας και σταθερότητας, επιτείνουν, έτι περαιτέρω την επιθετικότητά του.

Στην προκειμένη περίπτωση, αν Αθήνα και Λευκωσία επιδείξουν ασθενή στάση ή αντιμετωπίσουν ελαφρά τη καρδία τα όσα αναφέρει ο νυν Πρωθυπουργός της Τουρκίας, κατά πάσα πιθανότητα θα υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις, επιζήμιες για τα εθνικά συμφέροντα του Ελληνισμού. Πιστεύουμε ότι οι κυβερνήσεις και οι αρμόδιες υπηρεσίες, σε Ελλάδα και Κύπρο, είναι σε πλήρη επίγνωση του τουρκικού αναθεωρητισμού, όπως αυτός εκδηλώνεται σε Θράκη, Αιγαίο και Κύπρο. Προς αυτή την κατεύθυνση, η πρόσφατη ιστορική εμπειρία προσφέρει μαθήματα προς διδαχή.

ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
Υπ. Διδάκτωρ Στρατηγικών Σπουδών και Ασφάλειας nstylianou.com