Μέχρι σήμερα το πρόβλημα του ποιοτικού ελέγχου των τραπεζικών πιστώσεων, ώστε οι συνολικές αποταμιεύσεις να διοχετεύονται σε τομείς προτεραιότητας, δεν έχει λυθεί σε ικανοποιητικό βαθμό…

Κι ερχόμαστε στο δεύτερο μεγάλο θέμα της κρίσης, εκείνο των τραπεζών.

Παραδοσιακά η Κεντρική Τράπεζα δεν υπεισερχόταν στην κατανομή των πιστώσεων των εμπορικών τραπεζών. Πέραν της ρύθμισης του ολικού ποσού των δανειοδοτήσεων μέσω του ποσοστού ρευστότητας, που οι τράπεζες έπρεπε να διατηρούν για σκοπούς ρύθμισης της συνολικής ζήτησης, μπορούσαν να διαμορφώσουν οι ίδιες όπως ήθελαν τη δανειοδοτική τους πολιτική. Τούτο σήμαινε, πολλές φορές, οι τράπεζες να ακολουθούν άλλη κατανομή των πιστώσεων από εκείνη που τα Σχέδια Ανάπτυξης επιζητούσαν.

Επιπλέον, οι κανόνες και οι όροι παραχώρησης των δανείων δεν διευκόλυναν πάντοτε εκείνες τις δράσεις στις οποίες στόχευαν τα Σχέδια. Οι τράπεζες κατά κανόνα έδιδαν δάνεια σε όσους διέθεταν εμπράγματη εγγύηση. Με αυτό τον τρόπο πολύ καλές ιδέες για επιχειρηματικές δραστηριότητες έμεναν απραγματοποίητες ελλείψει γης ή άλλης εμπράγματης αξίας για υποθήκευση. Έτσι, υπήρχε θέμα διοχέτευσης των αποταμιεύσεων προς την ορθή κατεύθυνση, τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων.

Για να ξεπεραστεί το πρόβλημα αυτό έγιναν κατά καιρούς διάφορες ενέργειες. Ιδρύθηκε η Τράπεζα Αναπτύξεως κι επεκτάθηκε σταδιακά το Ταμείο Δανειστικών Επιτρόπων. Όμως το πρόβλημα έγινε ιδιαίτερα οξύ μετά την εισβολή, λόγω της αποκοπής τεράστιου όγκου περιουσιών στις Κ/Περιοχές.

Μέσα στα Έκτακτα Σχέδια αναλήφθηκαν διάφορες δράσεις. Συμφωνήθηκε με την Κ. Τρ. να ζητηθεί από τις τράπεζες να δεσμεύσουν ποσοστό 3% των καταθέσεών τους για δανειοδότηση έργων προτεραιότητας για σκοπούς επαναδραστηριοποίησης. Τούτο ονομάσαμε Ταμείο Προτεραιότητας, ευρίσκετο στις τράπεζες, ελεγχόταν από την Κ. Τρ. κι εχρησιμοποιείτο για δανειοδότηση εκείνων των έργων και σχεδίων που καθόριζε το Γραφείο Προγραμματισμού. Στην περίπτωση των εκτοπισθέντων και παθόντων, που δεν διέθεταν εμπράγματη εγγύηση, η Κυβέρνηση παρείχε εγγύηση μέσω Ειδικού Ταμείου.

Η Διεθνής Τράπεζα μας συμπαραστάθηκε πολύ στα δύσκολα εκείνα χρόνια, χρηματοδοτώντας μεγάλα έργα (οδικά, υδατικά, λιμενικά, βιομηχανικά, αγροτικά κ.ά). Η θεαματική ανάκαμψη της οικονομίας μετά το 1974 οδήγησε την Τράπεζα να θέσει θέμα «αποφοίτησής» μας από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Προβάλαμε τότε πολλά επιχειρήματα για την παραμονή της Κύπρου στις τάξεις των δανειοδοτούμενων χωρών.

Έπρεπε να γίνει αναδιάρθρωση και τεχνολογική αναβάθμιση της οικονομίας, ενώ η Χώρα βρισκόταν υπό ημικατοχή με ανοικτές ακόμη τις πληγές της εισβολής. Όταν βεβαιωθήκαμε ότι η απόφαση ήταν τελεσίδικη, υποβάλαμε ένα κατάλογο από δώδεκα έργα για χρηματοδότηση. Μερικά χρηματοδοτήθηκαν από την ίδια, άλλα από άλλα Ταμεία (Κουβέιτ, Ευρωπαικά).

Ανάμεσα σ' αυτά ήταν κι η επανάληψη του δανείου βιομηχανικής ανάπτυξης, που είχαμε από τη Δ.Τρ. στις αρχές της δεκαετίας του 1980, για να καλύψει τις ανάγκες εκσυγχρονισμού κι αναβάθμισης της βιομηχανίας, σύμφωνα με τη μελέτη Στρατηγικής Βιομηχανικής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Sussex.

ητήσαμε να εξεταστεί το θέμα της θεσμοθέτησης του Ταμείου Προτεραιότητας υπό την ευθύνη είτε των Δανειστικών Επιτρόπων είτε της Τρ. Αν., στο οποίο οι τράπεζες θα συνεισέφεραν ένα μικρό ποσοστό των καταθέσεών τους, ενώ θα ενισχύετο με τα ποσά του Δανείου της Δ.Τρ., καθώς και κυβερνητικά κονδύλια κ.λπ.

Η ιδέα ήταν ότι οι τράπεζες, οι οποίες ωφελούνται λόγω των πολλαπλών φορολογικών απαλλαγών των αποταμιεύσεων, έπρεπε να συμβάλουν συλλογικά στην προσπάθεια αυτή με τη μικρή τούτη αβαρία, τη στέρηση της ελευθερίας διάθεσης, κατά το δοκούν, ενός μικρού ποσοστού των καταθέσεών τους.

Παρόλη την ανάμειξη της Δ. Τρ. στο όλο εγχείρημα, οι τράπεζες δεν έδωσαν τη συγκατάθεσή τους στη διευθέτηση αυτή. Το δάνειο της Δ. Τρ. πήγε στην Τρ. Αν., που μαζί με κυβερνητικά κεφάλαια επεξέτεινε σημαντικά τις δανειοδοτήσεις της υπό τον τίτλο «Ενδυνάμωση της Ανταγωνιστικότητας της Κυπριακής Βιομηχανίας». Ζητήσαμε, τέλος, τη συμμετοχή των εμπορικών τραπεζών στο κεφάλαιο της Τρ. Αν. ταυτόχρονα με τη διοχέτευση μέρους των καταθέσεών τους μέσω της, για έργα για τα οποία οι ίδιες δεν διέθεταν την αναγκαία τεχνογνωσία για αξιολόγηση. Κι αυτή η προσπάθεια έπεσε στο κενό.

Μέχρι σήμερα το πρόβλημα του ποιοτικού ελέγχου των τραπεζικών πιστώσεων, ώστε οι συνολικές αποταμιεύσεις να διοχετεύονται σε τομείς προτεραιότητας, δεν έχει λυθεί σε ικανοποιητικό βαθμό. Οι οδηγίες των Εποπτικών Αρχών έγιναν με το πέρασμα του χρόνου περισσότερο ουδέτερες.

Ο στόχος εξακολουθεί να είναι και τώρα υπό το καθεστώς της Ε.Ε. σταθεροποιητικός. Χωρίς να υποβαθμίζω τη σημασία των επιδιώξεων αυτών, πιστεύω ότι θα εξυπηρετούσε καλύτερα την ανάπτυξη εάν υπήρχαν και κάποιες ποιοτικές αναπτυξιακές ρυθμίσεις των τραπεζικών πιστώσεων.

Ας ελπίσουμε ότι η πρόσφατη επιτυχής κατάληξη των προσπαθειών δημιουργίας ενός ενιαίου συστήματος ελέγχου των τραπεζικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο της ΟΝΕ θα βοηθήσει και το έργο αυτό.

Τέλος, οι τράπεζες θα πρέπει να συμβάλουν στη μετατροπή της Κύπρου σε διεθνές χρηματοοικονομικό Κέντρο. Ουσιαστικά θα πρέπει να μπουν στη διαχείριση διεθνών κεφαλαίων, καθώς και στις διεθνείς επενδύσεις. Η ανάμειξή τους στα τεράστια ποσά που διακινούνται από τις γειτονικές πετρελαιοπαραγωγικές χώρες προς τις κεφαλαιαγορές της Δύσης πάνω από τους κυπριακούς αιθέρες ήταν ελάχιστη ώς ανύπαρκτη. Η εμπειρία που αποκτήθηκε από την επέκτασή τους στο εξωτερικό και τις διεθνείς καταθέσεις στην Κύπρο θα μπορούσε να βοηθήσει στο νέο εγχείρημα.

Ανεξάρτητα από τα σημερινά προβλήματα που επέφερε στην οικονομία και στον Κύπριο πολίτη, θα πρέπει να διαφυλάξουμε τον χρηματοπιστωτικό τομέα σαν αναπόσπαστο μέρος των διεθνών οικονομικών δραστηριοτήτων της Κύπρου. Παρόλο που έγιναν κι αναμένεται να γίνουν περισσότερες ρυθμίσεις στον τραπεζικό τομέα από την ΚΤΕ, θα πρέπει να σιγουρευτούμε ότι θα εξυπηρετούν πρώτα απ’ όλα τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας.

ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού