Και σιγά που χρειάζεσαι και τον κλότσο! Μόνη της η μνήμη δίνει μια στην ανέμη και σε τυλίγει στη δίνη γυρνώντας σε τόσο, μα τόσο, πίσω. Όταν, ένα τόσο δα πραματάκι πάνω στη Γη, έβλεπες γύρω σου γίγαντες. Όταν λίγο μεγαλώνοντας κουβαλούσες, στο υποσυνείδητο μόνο γραμμένες, τις εικόνες. Όταν τ’ απομεινάρια στο μαύρο σιδερένιο μπαούλο, χάντρες, πούλιες, μεταξωτά πανέμορφα, αστραφτερά, πάλευαν να σου θυμίζουν πως έζησες ζεστές αγκαλιές, φιλιά και χειροκροτήματα στις δικές σου βραδιές - βεγγέρες τις λέγανε-. Ανάμεσα σε πανέμορφα μπιμπελό, να ’σαι εσύ το μπιμπελό της μεγάλης φαμελιάς, να τραγουδάς, να χορεύεις, να τσιρίζεις σαν σου αλλάζανε για να σε πειράξουν τους στίχους των λίγων τραγουδιών που έφταναν στο Κάιρο. «Δυο… πλάσινα μάτια», «Κάνε μου το το χατίρι», «Λόντρα Παρίσι», όλα υπόσχεση μιας ζωής λαμπερής, γεμάτης φως.

Ύστερα ήρθε το ξεκουβάλημα σ’ άγνωστο τόπο, φτωχικό. Γρήγορα ακολούθησε και το ξεκλήρισμα. Στο φτωχόσπιτο η σόμπα πετρελαίου πότε βγάζει φλογίτσα, πότε μυρωδιά που σ’ ανακατεύει. Μα η χούφτα του μάστορα γονιού, τραχιά, αλλά και τρυφερή και ζεστή μαζί, σ’ ανοίγει δρόμους, σε μαθαίνει να σκέφτεσαι, ν’ αγαπάς, να συμπονάς, να ελπίζεις. Εκείνα τα παραμύθια με τα χείλη του, την ανάσα του, μέσα στην αγκαλιά του, σου άνοιγαν κόσμους μαγικούς. Ένα κοριτσάκι χαμένο στο δάσος, μια κακιά γυναίκα που βγάζει βατράχια απ’ το στόμα αντί για λέξεις. Λίγο μετά θα βρεθείς και συ κοριτσάκι ορφανεμένο, χαμένο στο δάσος. Τις λέξεις της στέγνας, της απονιάς, θα τις νιώθεις να γίνονται βατράχια να δαγκώνουν τα φυλλοκάρδια σου.

Έρχονται πάλι αυτές οι μέρες. Και θυμάσαι τότε, τα στολίδια για το δεντράκι, φτιαγμένα με χρυσόχαρτα απ’ τα πακέτα τα τσιγάρα, ολόχρονα φυλαγμένα σε σιδερένιο κουτί, ξυπνούσαν τη λαχτάρα της χαράς. Σάμπως την έκανες ποτέ ζάφτι ετούτην εδώ; Φτώχιες, ατυχίες, δυσκολίες, μα αυτή εκεί, πατικωμένη, ένα φου να της έκανες ξεπεταγόταν, αλλιώς θα σ’ έπνιγε. Γύρευε τώρα τι μας κουλαντρίζει ερήμην μας! Άντε να εξηγήσεις τ’ ανεξήγητα.

Πώς τις μαζεύεις τις κατραπακιές και τις κάνεις πείσμα κι όρεξη για αγώνα; Παρέλαση να κάνουν οι κλότσοι της ζωής σου, όχι για να γυρίσει η ανέμη να σου πει παραμύθι, μα για να τους παλέψεις παλληκαρίσια. Να σωριάζεσαι, να λιώνεις, και σε λίγο ν’ αναδεύεσαι και μπρος γι’ άλλη μάχη. Κι αν έχουν φύγει όλοι οι αγαπημένοι κι αν χάθηκαν τα παραμύθια, τα σημάδια τους έμειναν στην ψυχή σου, τι έμειναν, αυτά την έπλασαν, της απίθωσαν στολίδια σωρό. Αυτή είναι, θες δεν θες την κουβαλάς. Θες, θες, τι θα πει δεν θες; Αυτοί που σ’ αγάπησαν και αγάπησες, αυτά που σου ’δωσαν χαρά και σε πόνεσαν, σ’ αρνήθηκαν ποτέ; Γίνεται να τ’ αρνηθείς εσύ; Χαρακίρι πας να κάνεις;

Ρίχνεις μια ματιά γύρω. Εδώ να δεις ξεσηκωμένους, ξεσπιτωμένους, παιδιά χωρίς παραμύθια και ζεστή χούφτα γονιού -εσύ τα ’χες τουλάχιστον αυτά-. Θα πορευτούν άλλοι για πρώτη, κι άλλοι γι’ ακόμα μια φορά, δύσκολα Χριστούγεννα. Και δεν σου πέρασε βέβαια απ’ το νου πως είσαι η μόνη. Ανάβεις τη σόμπα -αλογόνου τώρα- απλώνεις τα χέρια να τα ζεστάνεις, μα πιο πολύ σε ζεσταίνει το μαγκάλι με τις μνήμες. Ένα γύρο παντού στολίδια, λαμπιόνια, φώτα, παλεύουν λες να ξορκίσουν την πίκρα από την εξαθλίωση που ζουν, κοντά δύο χρόνια τώρα, τόσοι και τόσοι. Σε λίγες μέρες όλα αυτά θα φύγουν και θα ξανάρθει η θλίψη. Τα δικά σου τα στολίδια είναι ολόχρονα εκεί. Μαζί κι η θλίψη, μα έλα τώρα, το ’χεις πάρει το κολάι. Πρωτάρα είσαι;

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ ΠΡΕΚΑ