Κάποιος σοφός φύλαρχος των ινδιάνων κάποτε είπε ότι, αυτήν τη γη τη δανειστήκαμε από τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, και πρέπει να τους τη δώσουμε πίσω καλύτερη

Χρόνια τώρα, μεγαλώνουμε σ’ ένα περιβάλλον που ήταν λίγο-πολύ σε όλους γνωστό, και ας καμωνόμαστε τώρα ότι εκπλαγήκαμε από όλα αυτά που βλέπουμε και που θα συνεχίσουμε να βλέπουμε. Μια εικόνα αποσάθρωσης, βρόμας και δυσωδίας. Όσα, φυσικά, λόγω συγκυριών βγαίνουν στη φόρα. Γιατί υπάρχουν και άλλα πολλά, ίσως πολύ πιο σημαντικά, που δεν θα μάθουμε ποτέ. Αυτά που ζούμε τώρα, μας παραπέμπουν σ’ ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, με κλειστές πόρτες και τρομοκρατία, όπου η οικογένεια του δικτάτορα και οι ευνοούμενοι του καθεστώτος νέμονταν τα πάντα στη χώρα. Ήρθε όμως η ευλογημένη ώρα της ελευθερίας και της δημοκρατίας, και βγήκαν όλα τα εγκλήματα στο φως. Μα εμείς εδώ είχαμε δημοκρατία και ελευθερία υποτίθεται, πώς γίνεται;

Λοιπόν να σας πω μια ιστορία. Σ’ ένα μικρό νησί, που ήταν για αιώνες υπόδουλο σε διάφορους κατακτητές, μια μέρα ξεσηκώθηκαν οι ιθαγενείς και ζήτησαν ελευθερία. Δεν τους έσφαξαν οι κάπως ευγενικοί και διπλωμάτες αγοραστές-επενδυτές, διότι έκαναν τη δουλειά τους και με ένα μέρος του νησιού. Έτσι βρήκαν μια φόρμουλα να τους δώσουν μια υποθηκευμένη σε άλλους βαρβάρους προσωρινή ελευθερία, και να κρατήσουν και αυτοί ένα μέρος της χώρας. Ήταν όλοι χαρούμενοι και πανηγύριζαν. Ανέλαβαν, λοιπόν, οι ιθαγενείς για πρώτη φορά να στήσουν το δικό τους σπιτικό. Όπως λοιπόν παίρνεις έναν ιθαγενή από τον Αμαζόνιο και τον βάζεις διευθυντή σε μια εταιρεία στη Νέα Υόρκη, ξεκίνησαν οι ιθαγενείς να στήνουν το κράτος.

Οι πλούσιες οικογένειες, η Εκκλησία και μερίδα αγωνιστών ανέλαβαν τα ηνία. Στελέχωσαν την Κυβέρνηση, τις υπηρεσίες, τα υπουργεία, δημιούργησαν οργανισμούς κοινής ωφελείας και τράπεζες. Έβαλαν φυσικά τους δικούς και τους γνωστούς, καθώς και τον περίγυρο. Ξεκίνησαν να δημιουργούνται και τα πρώτα κόμματα, με τις συντεχνίες τους, τις ποδοσφαιρικές τους ομάδες και τα σωματεία-καφενέδες σε όλην τη χώρα. Ο κόσμος τα αγκάλιασε, διότι ήθελε να ανήκει κάπου και να ξεχωρίζει. Άρχισαν να αποκτούν δύναμη και φωνή, και άρχισαν να διορίζουν και αυτά κόσμο παντού. Δημιουργήθηκε ένα σύστημα με συγκοινωνούντα δοχεία, τράπεζες, κόμματα, Εκκλησία, προύχοντες, κοινωνία. Έτσι, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των ιθαγενών απορροφήθηκαν στις δουλειές του κράτους και των τραπεζών.

Κάθε φορά που είχαν εκλογές αυτοί που έπαιρναν την εξουσία προσελάμβαναν τους δικούς τους, έδιναν αυξήσεις, προαγωγές, κεκτημένα, με τη βοήθεια δήθεν των κομματικών συντεχνιών, και όλα πήγαιναν μια χαρά. Έτσι οι πολλοί ιθαγενείς εξαρτήθηκαν από την εξουσία και οι υπόλοιποι ήταν συγγενείς και άλλοι, που μέσα στην ευμάρεια περνούσαν καλά.

Σιγά-σιγά οι ιθαγενείς, με τα λεφτά των τραπεζών που έκαναν τεράστια κέρδη, έβγαλαν τις βράκες και φόρεσαν κοστούμια και ακριβά παπούτσια. Άφησαν τους γάιδαρους και αγόρασαν ακριβά αυτοκίνητα, έμαθαν σκι, πήγαιναν ταξίδια για ψώνια στο εξωτερικό και έγιναν καθώς πρέπει άνθρωποι. Έκαναν και χρηματιστήριο, αεροπορικές εταιρείες και άλλες τράπεζες, η γη έγινε χρυσάφι, σπούδαζαν όλοι, κάπνιζαν πούρα και έπιναν ακριβά κρασιά, και πνίγηκαν στο χρήμα. Τους ζήλευαν οι ξένοι και διερωτούνταν τι συμβαίνει σ’ αυτήν τη χώρα και είναι όλοι πάμπλουτοι, με έτσι σπουδαίο βιοτικό επίπεδο. Σκότωσαν τη γεωργία και την κτηνοτροφία, έκλεισαν τα σχολεία στα χωριά και κατέβηκαν όλοι στις πόλεις. Κάποιοι έβλεπαν ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά τους έλεγαν γραφικούς, προβληματικούς και περίεργους.

Συνεχιζόταν «η ανάπτυξη και η ευημερία», μέχρι που ένα άσχημο πρωινό ακούστηκε στη χώρα ότι όλα αυτά τα λεφτά δεν υπήρχαν και ότι ήταν δανεικά. Οι ξένοι είπαν ότι δεν θα δανείσουν άλλα λεφτά στο κράτος και στις τράπεζες, που ξεπέρασαν κάθε όριο διασπάθισης. Έτσι έκλεισε η στρόφιγγα των λεφτών. Βγήκαν στην επιφάνεια η ανικανότητα, η ανηθικότητα, η κλεψιά, η διαπλοκή, η απάτη, η χειραγώγηση των κομμάτων, των τραπεζών, της Εκκλησίας και της κουστωδίας των πέριξ γλειφτών.

Το σύστημα που δημιούργησαν οι ιθαγενείς, όμως, δεν τα έβαζε κάτω και συνέχισε να ασελγεί στο πτώμα του. Τους ιθαγενείς τους κατέτρεχαν οι τράπεζες που σώθηκαν κλέβοντας τα λεφτά τους, για να τους πάρουν τα υπάρχοντά τους έναντι πινακίου φακής, το «κράτος» ξεπουλούσε την περιουσία του που ανήκε στους ιθαγενείς, αλλά το πάρτι συνεχιζόταν χωρίς να λογοδοτεί κανείς για την κατάντια. Ούτε δικαιοσύνη, ούτε θεσμοί, ούτε ηθική, ούτε δημοκρατία, ούτε πλάνο, ούτε χρήματα υπήρχαν στη χώρα και, τελικά, δεν υπήρχαν ποτέ. Απλώς οι ιθαγενείς τώρα το κατάλαβαν...

Κάποιος σοφός φύλαρχος των ινδιάνων κάποτε είπε ότι αυτήν τη γη τη δανειστήκαμε από τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, και πρέπει να τους τη δώσουμε πίσω καλύτερη. Εμείς τι θα δώσουμε πίσω; Βail in, χρεόγραφα, αξιόγραφα, ELA, μη εξυπηρετούμενα δάνεια, φόρους δυσβάσταχτους, ανεργία, κατοχή, κόμματα, τράπεζες και ξανά ξένους κατακτητές επενδυτές; Αν νομίζετε ότι είναι άσχημο το τέλος της ιστορίας, μπορεί να το αλλάξει o καθένας όπως θέλει... και, προπαντός, όπως μπορεί.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ
Αναπληρωτής Εκπρόσωπος Τύπου Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών