Οι παλαιότεροι τα γνωρίζουν καλά. Τα έχουν βιώσει οι ίδιοι στο πετσί τους, αλλά και οι προγενέστεροι αυτών, γονείς, παππούδες και λοιπά. Αναφέρομαι στις σχέσεις Ελληνοκυπρίων-Τουρκοκυπρίων. Στις καλές και αδελφικές, προ του ’74 σχέσεις, ή μάλλον, στις προ του ’63, πιο συγκεκριμένα… Πριν από τις λεγόμενες διακοινοτικές ταραχές, τις γνωστές «φασαρίες», όπως τις αποκαλούσαν οι γονείς μας. Πριν αρχίσουν, δηλαδή, οι υπό των Άγγλων υποδαυλιζόμενες, και εν πολλοίς, εκ των παρασκηνίων κατευθυνόμενες, στημένες ταραχές, για να ακριβολογούμε. Τότε που η αμοιβαία καχυποψία, η έλλειψη εμπιστοσύνης ήταν άγνωστες λέξεις. Και υπήρχαν μόνο οι λέξεις συμπαράσταση, αλληλεγγύη προς τον γείτονα, φιλία, συντροφικότητα, αγάπη και συνεργασία.
Από τις αρχές του 1964 μέχρι και το 1968, όταν ο Μακάριος αποφασίζει να άρει τον περιορισμό των Τ/κ στους θύλακες (39 περίπου τον αριθμό), όπου μόνοι τους και υπό τις οδηγίες του ταραχοποιού Ντενκτάς και τις ευλογίες της Άγκυρας ενεκλείσθησαν, η ζωή επιφανειακά κυλούσε μεν ομαλά, αλλά το ηφαίστειο είχε ήδη αρχίσει να βρυχάται… Όταν άρχισε να ακούγεται το σύνθημα: Ya taksim, ya olum (διχοτόμηση ή θάνατος)… Η ενδο-κοινοτική προπαγάνδα της Volkan (που ήταν προστάδιο της ΤΜΤ) και η παραστρατιωτική ΤΜΤ, που είχε στις αρχές της δεκαετίας του ’60, μια οργανωμένη, από αξιωματικούς εκ Τουρκίας -με αρχηγό τον Συνταγματάρχη Riza Vuruskan- δύναμη 5.000 ανδρών ετοιμοπόλεμων και πλήρως εξοπλισμένων, ήδη από το 1958, ετοιμάζονταν για την εφαρμογή του Σχεδίου: Taxsim (διχοτόμηση). Αυτά, όμως, είναι Ιστορία.
Εγώ θα αναφερθώ σε πραγματικό ανθρώπινο περιστατικό, που καταδεικνύει, περίτρανα, το γεγονός ότι η διατάραξη των σχέσεων Ε/κ-Τ/κ υπήρξε όντως τεχνητή. Ή επίσης: Αν φερθείς καλά σε κάποιον, θα σου φερθεί και εκείνος καλά. Ο μακαριστός πατέρας μου, Μανώλης Χατζηαντώνης (1907-1988), γνωστός γιατρός στην Κερύνεια, δεν ξεχώριζε Έλληνες και Τούρκους. Ήταν όλοι ασθενείς, που είχαν την ανάγκη, είχαν το αναφαίρετο δικαίωμα, μιας αξιοπρεπούς περίθαλψης. Πολλές φορές, δεν έπαιρνε ούτε καν αμοιβή για τις υπηρεσίες του.
Μια μέρα, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, αίφνης εισέρχονται 5-6 Τουρκοκύπριοι στο σπίτι μας, στην Κερύνεια: «Πού είναι γιατρός Μανωλάκης;», ερωτούν την έντρομη μητέρα μου. «Εν να 'ρτει γιε μου, κάτσετε λίον, τζιαι εν να 'ρτει. Να σας κάμω καφέν;», απαντά η πάντα γλυκιά και φιλόξενη «γιάτραινα». Να μην πολυλογούμε. Όταν ήρθε, τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο και εξαφανίστηκαν. Ένας γείτονας, ο μ. Φύτας (Νεόφυτος ο πεζινάρης της SHELL), λέγει της μητέρας μου: «Εν θα τον ιξαναδούμεν τον γιατρόν, Έλλη μου…!».
Η μητέρα μου, κλάματα, κακό, παραλίγο να λιποθυμήσει από αγωνία. Σε δυο-τρεις ώρες, επιστρέφει το αυτοκίνητο, όλα καλά. Κάποιος ηλικιωμένος Τ/κ, στο χωριό Τέμπλος, ονόματι Hassan, ήταν άρρωστος. Ο πατέρας μου τον βοήθησε (χρησιμοποιώντας ό,τι ιατρικό μέσο είχε), και οι Τουρκοκύπριοι, επειδή δεν είχαν λεφτά, του έδωσαν ως αμοιβή έναν τενεκέ λάδι… Δίδαγμα: Όλα, λοιπόν, είναι καθρέφτης: Ό,τι του δείξεις, θα σου δείξει…! Θα επανέλθω.
ΑΝΤΩΝΗΣ Μ. ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΗΣ
Ερευνητής, Αθήνα




