Δυστυχώς η περιπέτεια των δημόσιων οικονομικών δεν τέλειωσε με την εισαγωγή του ΦΠΑ…
Κι ερχόμαστε τώρα στο ένα από τα μεγάλα προβλήματα που προκάλεσαν την παρούσα κρίση, τα δημόσια οικονομικά. Από την εμπειρία του 1974 έπρεπε να είχαμε πάρει το μάθημά μας ότι τα μεγάλα χρέη δεν επιτρέπουν απρόσκοπτη οικονομική ανάπτυξη. Η πολιτική δημοσιονομικής περισυλλογής, που ακολουθήθηκε στη δεκαετία του 1960, ήταν το πρώτο αποκούμπι πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η μεγάλη προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων κι επαναδραστηριοποίησης της οικονομίας μετά την εισβολή.
Η κατάσταση έμοιαζε με τη φυσιολογική αντίδραση κάθε νοικοκύρη, που αποταμιεύει για τις δύσκολες και βροχερές μέρες. Κι εδώ μιλούμε για μέρες κατακλυσμού! Σε όλη σχεδόν τη δεκαετία τα δημόσια οικονομικά ήταν πλεονασματικά, το δε δημόσιο χρέος ήταν μόνο 6,7% του ΑΕΠ το 1973.
Για λόγους προνοητικότητας αλλά και για να μην πλήττεται η ανταγωνιστικότητα της παραγωγής από πρόσθετα κόστη, η Συνθήκη του Μάαστριχτ επέλεξε σαν πυξίδα τις βασικές παραμέτρους: μέχρι 3% δημοσιονομικό έλλειμμα-60% δημόσιο χρέος. Παρόλο που η διαχείριση των δημοσιονομικών πραγμάτων ήταν αρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομικών, πάντοτε παρακολουθούσαμε την εξέλιξή τους.
Τυχόν διασάλευση της δημοσιονομικής σταθερότητας (όπως επίσης της νομισματικής, πιστωτικής και συναλλαγματικής-ευθύνη της Κεντρικής Τράπεζας) θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη. Με δέος βλέπαμε χρόνο με χρόνο τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και τη διόγκωση του δημόσιου χρέους για αντιμετώπιση των συνεπειών της εισβολής.
Η ψυχολογία του κόσμου ήταν τέτοια, που δεν ήταν εύκολο να επιβληθούν πρόσθετες φορολογίες. Σε ογκώδη μελέτη μας με τίτλο Δημόσια Οικονομικά,1974-1984, που υποβάλαμε το 1985 στον Υπουργό Οικονομικών, επισημάναμε την κακή δημοσιονομική κατάσταση και εισηγηθήκαμε, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας.
Η έναρξη εφαρμογής της Τ.Ε. Κύπρου-ΕΟΚ από την 1.1.1988 κι η μείωση των εισαγωγικών δασμών, βοήθησε τον Υπουργό Οικονομικών να περάσει από τη Βουλή τη φορολογική μεταρρύθμιση του 1990 και την εισαγωγή του ΦΠΑ από την 1.7.1992, που εξυπηρετούσε επίσης την εναρμόνιση με το Κοινοτικό Κεκτημένο.
Δυστυχώς η περιπέτεια των δημόσιων οικονομικών δεν τέλειωσε με την εισαγωγή του ΦΠΑ. Απεναντίας, η νέα κατάσταση δημιούργησε ένα αίσθημα εφησυχασμού στους επόμενους Υπουργούς Οικονομικών, ώστε να μην προωθήσουν κανένα διαρθρωτικό μέτρο εξυγίανσης των δημοσιονομικών πραγμάτων στη δεκαετία του 1990.
Η εισαγωγή του ΦΠΑ έφερε τέτοια έσοδα στα δημόσια ταμεία, ώστε θεωρήθηκε ότι βρέθηκε η λυδία λίθος επίλυσης όλων των δημοσιονομικών προβλημάτων. Όταν το έλλειμμα άρχιζε να ανέρχεται, κι όποτε ανερχόταν η εύκολη λύση ήταν η προσφυγή στην αύξηση των συντελεστών του. Έτσι, από 5% έγινε 8%, αργότερα 13% και ύστερα 15% με την εναρμόνιση.
Το απατηλό αυτό μέσο αντιμετώπισης των δημοσιονομικών προβλημάτων επιχείρησα να μεταφέρω στους τότε Υπουργούς Οικονομικών, ακόμη και ως ιδιώτης. Η θέση μου σε σχετικό σημείωμα ήταν ότι για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα υπήρχε ανάγκη λήψης πρόσθετων μέτρων, ιδιαίτερα διαρθρωτικών, ειδικά για να διαλύσουμε τον όγκο του δημόσιου χρέους, που δημιούργησε η εισβολή.
Εισηγήθηκα να απομονώσουμε το χρέος της εισβολής σε ειδικό λογαριασμό και να πάρουμε έκτακτα μέτρα, που θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά εάν συνδέονταν με τον σκοπό αυτό, ώσπου να το εξοφλήσουμε (κάποια ιδιωτικοποίηση των Ημικρατικών Οργανισμών, καλύτερη αξιοποίηση των τ/κυπριακών περιουσιών, φορολογία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Εκκλησίας και της υπεραξίας της γης, απαίτηση από τους Βρετανούς καταβολής αποζημιώσεων για τις παρεχόμενες διευκολύνσεις κλπ).
Η μη κατανόηση της αδιέξοδης κατάστασης στην οποία μπήκαμε με τα δημόσια οικονομικά οδήγησε σε ενέργειες που είτε τη συντηρούσαν είτε είχαν προσωρινά μόνο αποτελέσματα. Η φορολογική μεταρρύθμιση του 2001 για αντιμετώπιση κάποιων διεθνών πραγματικοτήτων έγινε στη βάση μιας συμφωνίας μεταξύ των Κομμάτων για ουδέτερο αποτέλεσμα: η Κυβέρνηση θα παραχωρούσε και με το παραπάνω ό,τι θα έπαιρνε.
Η διαπραγμάτευση της ένταξης της Κύπρου στην Ε.Ε. αγνόησε παντελώς ότι το υψηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Χώρας στηρίζεται κατά μεγάλο ποσοστό σε δανεισμό και με ανοικτές πολλές πληγές. Θα μπορούσαμε να είχαμε ζητήσει την κατανόηση της Ε.Ε. και να μην καταλήξει η Ημικατεχόμενη Χώρα μας να είναι καθαρός εισφορέας στα Κοινοτικά Ταμεία μέχρι σήμερα!
Τα δημοσιονομικά προβλήματα επανεμφανίστηκαν όταν η Κύπρος ζήτησε να καταστεί μέλος της ΟΝΕ, όπου προϋπόθεση ήταν η τήρηση των πιο πάνω κριτηρίων Μάαστριχτ. Το κυβερνητικό πρόγραμμα σύγκλισης είχε καλά αποτελέσματα, κυρίως λόγω εξωτερικών παραγόντων, όπως τα σημαντικά έσοδα από τη φορολογική αμνηστία του 2004/2005 και την καλύτερη εισπρακτική επίδοση των φόρων.
Μετά το 2008 επαναλήφθηκε το φαινόμενο που είδαμε στη δεκαετία του 1990: προσωρινή μείωση του ελλείμματος και επάνοδος στις ίδιες αυξητικές τάσεις. Συνοπτικά το δημόσιο χρέος, που έφθασε τα 63,6% του ΑΕΠ το 2003, έπεσε στα 44,7% το 2008, για να ανέβη στα 79,5% το 2012 και 102,2% το 2013.
Αναφέρθηκα ήδη στη μεγάλη σημασία της υγιούς δημοσιονομικής κατάστασης την εποχή της εισβολής. Με σχετικά καλά τα οικονομικά του Κράτους όταν ξεκίνησε η τωρινή κρίση, με την εκτέλεση δημόσιων επενδύσεων και/ή την παραχώρηση διευκολύνσεων προς τον ιδιωτικό τομέα, θα μπορούσε να αναχαιτιστεί η συρρίκνωση της οικονομίας κι η έξαρση της ανεργίας, τουλάχιστο μέχρι να περάσει η κρίση. Βέβαια τότε υπήρχε κι η δυνατότητα παραχώρησης της εκτέλεσης έργων υποδομής με το σύστημα του ΒΟΤ. Κάτι τέτοιο ενδεχόμενα να απέτρεπε τις τράπεζες από του να προβούν σε επενδύσεις σε αμφιβόλου ποιότητας χρεόγραφα κλπ.
ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




