Αγαπημένε δάσκαλε, σεβαστέ καθηγητά, κύριε Γεώργιε Μπαμπινιώτη,
Μέρες τώρα κάνει βουτιές στην ψυχή μας εκείνη η μιάμιση ώρα που ορθός εσείς ωθούσατε εμάς τους καθιστούς να σηκωθούμε να φύγουμε από ντροπή. Ντροπή για τον ανυπολόγιστο χρόνο, περίσσευμα καρδιάς που σκορπίσατε για χάρη μας, μελετώντας πρώτα, αναλύοντας ύστερα την κάθε «Στιγμή» του μείζονος Κώστα Μόντη. Την κάθε τελίτσα του την στέλνατε ανάσα ψυχής σε μας εδώ, που ψηλαφητά γυρεύουμε τοίχο να ακουμπήσουμε πια, μην σωριαστούμε. Ο Μόντης, που πόνεσε σε απίστευτες απώλειες αγαπημένων, λύγισε όπως τη λυγαριά στο υπέροχο ποίημά του, μα δεν έσπασε. Έκανε τις συμφορές στοχασμό πρώτα, λέξεις ύστερα. Τον κατατάξατε ανάμεσα στους δέκα μεγαλύτερους ποιητές του Ελληνισμού. Ποιούσε, μας είπατε, δεν έγραφε ποίημα, γιατί η ποίηση από μόνη της ποιεί. Κολυμπήσαμε μαζί σας στους ωκεανούς των γνώσεων που μας απλώσατε, στα βαθιά που μας ρίξατε.
Μας βρήκαν τα χαράματα να μη δίνει «τοις βλεφάροις μας νυσταγμόν» ό,τι μας χαρίσατε με τόση γλυκύτητα, τόση ηρεμία. Μ’ εκείνο το ζεστό χαμόγελο ζωντανέψατε με άλλοτε χιλιοτραγουδημένες «Στιγμές» του Μόντη, άλλοτε άγνωστα δίστιχα, τετράστιχα, ενδεικτικά της απίστευτης χρήσης της γλώσσας που κατείχε, έναν τόπο ανόθευτο, αυθεντικό, που, επιεικώς, ας πούμε λιγόστεψε αντί χάθηκε. Που ήταν αρχές, αξίες, ήθος, ανθρωπιά. Με δισταγμό σάς πλησιάσαμε παλεύοντας με τον φόβο μην έρθει κουβέντα για τα διαδραματιζόμενα παρ’ ημίν τελευταίως και σας πληγώσουμε πιο πολύ απ’ όσο νιώθουμε πως έχετε ήδη πληγωθεί από μακριά. Αναρουφώντας αργότερα τον λόγο σας, τρομάξαμε με αυτά που εσχάτως βιώνουμε: Κάποιοι κλίνουν τα ρήματα κλέβω, κρύβω, καλύπτω, λαδώνω σ’ όλες τις πτώσεις (κι όλες τις…στάσεις!). Ντραπήκαμε σαν σκεφτήκαμε πως σίγουρα θα μάθατε για εκατομμύρια που κατοικοεδρεύουν σε οχετούς λυμάτων, κλεμμένα από τον φτωχό κοσμάκη.
Πως μας έρχονται οι πετριές μια-μια κατακέφαλα, γουρλώνουμε τα μάτια, ανοίγουμε το στόμα μέχρις εξαρθρώσεως της σιαγόνος, και σαν χάνοι (χαζούλι μου ψαράκι) ψελλίζουμε: «Βρε κι αυτός;», «Βρε κι αυτή;», «Βρε κι εδώ;». Μίζα, ρεμούλα, διαπλοκή, φοροδιαφυγή, λέξεις που τα λαμόγια φρόντισαν να πλουτίσουν το λεξιλόγιό μας τελευταίως. Μαύρες σακούλες και κουτιά παπουτσιών με την κλεμμένη λεία περιφέρονται «ανά τας οδούς και τας ρύμας» μέρα μεσημέρι. Εκλιπούσα μάς την είπαν την Κύπρο μας όσοι έτσι την ονειρεύονται. Ε, όχι πως δεν βάλαμε όλοι, ποιος λίγο, ποιος πολύ, το χεράκι μας στο: «Την προσφιλή μας… κηδεύομεν», κούφια η ώρα που τ’ ακούει. Εσείς κρατήστε την έτσι όπως την αγαπήσατε. Μας φτάνει αυτό, και μια επίσκεψή σας που μας ζέστανε την ψυχή μέσα από «Στιγμές» του Κώστα Μόντη, από τα «Γράμματα στη μητέρα», όπως μας τις ζωντανέψατε.
«Μητέρα, δεν βλέπεις πως μας αφαίρεσαν τα οστά
και σωριαζόμαστε στο παραμικρό
και προσπίπτουμε;
Τώρα οξειδώθηκαν όλα μέσα μας, μητέρα,
τώρα σκέβρωσαν όλα μέσα μας.
Μητέρα, αν βρεις βαρύ το γράμμα μου
είναι που σκύβει απάνω του ο Πενταδάκτυλος
φορτωμένος Τούρκο.
Και μας ρωτά: "Λοιπόν;"
Μητέρα, γύρω από τα σπίτια μας στρατοπέδευσε η Ασία,
γύρω από τα σπίτια μας αλαλάζει έξαλλη η Ασία,
γαυριά έξαλλη η Ασία,
τι άλλο να σου πω;»
Εμείς τι άλλο να σας πούμε; Ευχαριστούμε!
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




