Η Κύπρος, πλην της ναυτιλίας, δεν μπόρεσε ακόμα να διακριθεί ως διεθνές κέντρο στους διάφορους τομείς
Θα ΄θελα πρώτα να απολογηθώ στους αναγνώστες γιατί επανέρχομαι στο θέμα αυτό. Ήταν μια τοποθέτησή μου πάνω στο τι έπρεπε να κάνουμε και δεν κάναμε και τι δεν έπρεπε να κάνουμε και το κάναμε στην οικονομία. Την πρώτη φορά ήταν για να δώσω μιαν απάντηση σε θέσεις ακαδημαϊκών για «την παράλειψη άντλησης διδαγμάτων από την πολύ πλούσια εμπειρία, που αποκτήθηκε διά πυρός και σιδήρου από την Ανεξαρτησία και μετά». Σήμερα θα προσπαθήσω να δώσω μιαν άλλη διάσταση στις θέσεις που εξέφρασε ο Υφυπουργός παρά τω Προέδρω.
Μιλώντας στο πρόσφατο συνέδριο του περιοδικού «Εκόνομιστ», ο Κ. Πετρίδης μεταξύ άλλων είπε: «Για 4 δεκαετίες η κυπριακή οικονομία απολάμβανε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον μέσο όρο της Ευρώπης. Υπερηφανευόμαστε ότι ακολουθούσαμε ένα επιτυχημένο μοντέλο ανάπτυξης, που οδηγούσε σε σύγκλιση του βιοτικού μας επιπέδου με αυτό των ανεπτυγμένων χωρών. Αυτή ήταν η πεποίθηση μέχρι που αποδείχθηκε λάθος».
Μια σύντομη αναδρομή σε λάθη και παραλείψεις του παρελθόντος θα μας βοηθήσει να βρούμε την εξήγηση, αλλά και να αντλήσουμε τα σωστά διδάγματα για το τι πρέπει να κάνουμε στο μέλλον.
Ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας πράγματι υπερέβαινε εκείνον της Ευρώπης από την Ανεξαρτησία και μετά. Οι Υπηρεσίες, όμως, που ήταν υπεύθυνες για την ανάπτυξη, πριν διαδοχικές Κυβερνήσεις τις αποδυναμώσουν πρώτα και τις διαλύσουν στη συνέχεια, δεν εφησύχασαν ποτέ. Θεωρούσαν ότι το ακολουθούμενο μοντέλο μακροπρόθεσμα δεν έθετε τις βάσεις για μόνιμη αύξηση του ΑΕΠ και σταθερή βελτίωση της ευημερίας του λαού.
Ύστερα από τη θεαματική επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας μετά την εισβολή, ξεκίνησε και πάλι μια συντονισμένη προσπάθεια εμπέδωσης και διασφάλισης των επιτευγμάτων, καθώς και τεχνολογικής αναβάθμισης της οικονομίας, ώστε να καθίσταται οσημέραι πιο ανταγωνιστική. Εάν οι συγκεκριμένες σκέψεις κι ενέργειες που έγιναν κατά καιρούς εκαρποφορούσαν, η παρούσα διεθνής κρίση θα είχε απλώς ανασχετικές επιπτώσεις στη μεγέθυνση της οικονομίας κι όχι την καταβαράρθρωσή της. Δυστυχώς, προτιμήσαμε τις εύκολες λύσεις προσπόρισης εισοδήματος.
Η παρατηρηθείσα εντυπωσιακή ανάπτυξη από το 1960 στηρίχθηκε διαδοχικά στις εξαγωγές γεωργικών και μεταλλευτικών προϊόντων, στα έσοδα από τις βρετανικές βάσεις και μερικώς στον νεοεμφανισθέντα τουρισμό, στις εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων και στις αυξημένες τουριστικές εισπράξεις και τις υπηρεσίες διεθνών δραστηριοτήτων.
Με την αξιοποίηση της εξωτερικής ζήτησης, το πρωτογενές εισόδημα πολλαπλασιάστηκε με αποτέλεσμα υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ και συνεχή ανάπτυξη πριν και μετά την εισβολή. Αν και καταβλήθηκαν πολλές προσπάθειες, πρώτα η γεωργία, ύστερα η βιομηχανία κι αργότερα ο τουρισμός δε μετεξελίχθηκαν, ώστε να συνάδουν με τις απαιτήσεις του διεθνούς ανταγωνισμού και συρρικνώθηκαν ή δεν ανέπτυξαν τις πραγματικές δυνατότητές τους.
Παρά τη ραγδαία αύξηση στις διεθνείς δραστηριότητες, που βοηθήθηκε από τις συμφωνίες οικονομικής συνεργασίας με πολλές χώρες και τις αλλαγές που έγιναν σε διεθνές επίπεδο από το 1990, η Κύπρος, πλην της ναυτιλίας, δεν μπόρεσε ακόμα να διακριθεί ως διεθνές κέντρο στους διάφορους τομείς. Έλειπε η εμβάθυνση κι η συστηματική καλλιέργεια των γνώσεων που αποκτούνταν. Απλώς λειτουργήσαμε σαν παρακλάδια ανάλογων διεθνών οίκων, στους οποίους προστρέχουμε και σήμερα για συμβουλές.
Η προσπάθεια διατήρησης ή ενδυνάμωσης επιλεγμένων δραστηριοτήτων της γεωργίας και βιομηχανίας δεν είναι χαμένη υπόθεση. Ενδείκνυται να γίνει κάτι τέτοιο και για την καλλιέργεια της επιστήμης και της τεχνολογίας, που η ενασχόληση με τους κλάδους αυτούς εμπεριέχει. Αν και ο τουριστικός τομέας δεν περιέχει το ίδιο τεχνολογικό κι επιστημονικό βάθος, για λόγους αποκόμισης πρωτογενούς εισοδήματος επιβάλλεται να συνεχίσουν οι προσπάθειες ενδυνάμωσής του, με τις αναβαθμιστικές ενέργειες που έχουν ήδη συζητηθεί κατά κόρον. Πλείστοι όσοι τομείς των επαγγελματικών κι άλλων υπηρεσιών χαρακτηρίζονται κι από τα δύο στοιχεία: τεχνολογικό κι επιστημονικό βάθος, και πηγή πρωτογενούς εισοδήματος με πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις.
Έγιναν προσπάθειες ώστε όλοι οι τομείς δραστηριότητας να καλλιεργήσουν αυτές τις πτυχές των εργασιών τους. Ακόμη και στο διαμετακομιστικό εμπόριο θα μπορούσαν να προωθηθούν εκείνες οι δραστηριότητες, που θα το καθιστούσαν ιδιαίτερα παραγωγικό, συνδυάζοντάς το με βιομηχανικές δραστηριότητες. Κάποιες προσπάθειες που έγιναν (Διεθνής Έκθεση Κύπρου, Ελεύθερη Βιομηχανική Περιοχή/Ζώνη, ΙΜC) αφέθηκαν να εκφυλιστούν. Εμείς επιμέναμε πως όλη η Κύπρος έπρεπε να μετατραπεί σε μια πραγματικά Διεθνή Έκθεση.
Δεν θα ασχοληθώ περισσότερο με τη δυνατή συμβολή άλλων τομέων τόσο στην προώθηση της γνώσης όσο και στην προσπόριση πρωτογενούς εισοδήματος. Χρειάζεται μια συντονισμένη προσπάθεια να υλοποιήσουμε κάποιες παλιές αποφάσεις και να αξιοποιήσουμε την ερευνητική υποδομή που έγινε. Μετά τριάντα χρόνια επανήλθε το θέμα της δημιουργίας Τεχνολογικού Πάρκου σε συνεργασία με το αντίστοιχο πάρκο Σοφία-Αντίπολη της Νίκαιας της Γαλλίας. Οι ερευνητικές δραστηριότητες του Ινστιτούτου Κύπρου είναι έτοιμες για πρακτική αξιοποίηση, όπως κι εκείνες των Πανεπιστημίων. Η ανησυχία μας είναι μήπως μείνουν και πάλι στα χαρτιά.
Παρά τα εμπόδια και τις παλινδρομήσεις, μια τεχνολογικά αναβαθμισμένη οικονομία, που πλαισιώνεται από την επιστήμη, την έρευνα και τη γνώση με πολλαπλές δυνατότητες έχει ετοιμαστεί. Με τη γεωγραφική της θέση, τις φυσικές της ομορφιές, το μορφωμένο ανθρώπινο δυναμικό, τα πανεπιστήμια κι ερευνητικά κέντρα, η Κύπρος μπορεί να αναδειχθεί σε ένα περιφερειακό, ευρωπαϊκό οικονομικό κέντρο, όπως ήταν η διακηρυγμένη αναπτυξιακή πολιτική του 1980. Χρειάζεται όμως σωστός προγραμματισμός, ολοκλήρωση της υποδομής, φυσικής και θεσμικής, κι αποφυγή τυχοδιωκτικών επιδιώξεων, όπως αυτές που βιώσαμε τις τελευταίες δεκαετίες. Ελπίζω τα παθήματα να μας γίνουν μαθήματα!
ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός και
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




