Τα κάτασπρα δόντια του αστράφτουν κορνιζαρισμένα στο μαυριδερό του δέρμα. Σαν προβολέας ένα χαμόγελο φωτίζει με μια τέτοια ζεστασιά όταν σου απλώνει τη λαχτάρα του: Ήθελε να γίνει Έλληνας. Γεννημένος στη Νιγηρία, ο Σαμ Τσιέκγουος ανταμώνει την Αντιγόνη. Όχι κανένα κοριτσόπουλο, όχι, αυτήν του Σοφοκλή. Και παίρνει τα πρώτα μηνύματα: Αυτός είναι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός. Αυτή είναι η αγάπη για τα αδέλφια που σπάραξαν το ένα τ’ άλλο, αυτή είναι η απάνθρωπη άτεγκτη εξουσία που διατάζει ο ένας να μείνει άταφος για τιμωρία στην ανυπακοή του. Ατρόμητη η Αντιγόνη κάνει το χρέος της, «για ν’ αγαπώ γεννήθηκα, όχι για να μισώ», και πληρώνει το τίμημα. Τσίμπημα ήταν αυτό που ένιωσε ο Σαμ; Κανένα κρυμμένο στην αιωνιότητα γονίδιο; (ανακάλυψε ότι στη Νιγηρία είχαν ζήσει Έλληνες πριν από χιλιάδες χρόνια), δεν ξέρει. Μα ξεκινά έναν αγώνα να βρει το φως που μόλις χάραξε μπροστά του.

Απ’ την πατρίδα του, σάλτο μορτάλε, πήδημα θανάτου που ήταν τελικά ζωής, στη Θεσσαλονίκη. Σπουδάζει Ελληνική Φιλολογία, εμβαθύνει στον αρχαίο κόσμο και παράλληλα παίρνει πτυχίο Οδοντιατρικής για να ζήσει κιόλας. Τον χαίρεσαι να μιλά άψογα ελληνικά, αλάνθαστα, με νιγηριανή προφορά, μα τι πειράζει; Απ’ εκεί άλλο σάλτο. Στη Νέα Υόρκη, ανοίγει ελληνικό βιβλιοπωλείο κι ύστερα ένα άλλο στη χώρα του, ιδρύει τον οργανισμό HELLENISM 2020 με στόχο τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού. Μόνη έγνοια του να δει όπου είναι δυνατόν την Ελλάδα όπως την έκλεισε στην ψυχή του: με τις αρχές, τις αξίες, τον πολιτισμό, τη δικαιοσύνη, που άφησαν ανεξίτηλα τα χνάρια τους σ’ ολόκληρο τον πλανήτη. Ζει την αμεσότητα των Ελλήνων -φίλε, είναι η πρώτη λέξη που άκουσε στην Ελλάδα- θυμώνει με τα ελαττώματά τους, αγριεύει με τα λάθη, τις παραλείψεις, τις ευκολίες, τον ωχαδελφισμό, και καταπλήσσει με τη γραφή του. Πειραχτική, εύστοχη, καυστική, γλαφυρή, γάργαρη, περιγράφει όπως είναι ο τίτλος του βιβλίου «Το θαύμα του να νιώθεις Έλληνας». Όχι γιατί γεννήθηκες, αλλά από επιλογή. Και ζητάει βοήθεια, βιβλία μόνο, για ελληνικό σχολείο που ίδρυσε στη Νιγηρία.

Άντε τώρα να σταθείς μπροστά σ’ εκείνα τα μάτια που λαμποκοπούν όταν λέει «Είμαι Αμερικανός υπήκοος, αλλά η Ελλάδα είναι ο κόσμος μου, γι’ αυτόν ζω». Δεν τολμάει να το πει, μα το ’ζησε, του το είπαν «Εμείς τα δώσαμε όσα σε μάγεψαν αντιπαροχή στην ισοπέδωση της παγκοσμιοποίησης, όπως δώσαμε δεκαετία του ’60 τα σπίτια με τις αυλές, τα μυριστικά, τα δέντρα, για τρία μέτρα τσιμέντο, ανωνυμία, μοναξιά, δικαιολογία ότι γυρεύαμε λίγη άνεση μετά το αιματοκύλισμα και τη φτώχια. Σαν να του είπαν «πάρ’ τα παραμάσχαλα, Σαμ, όλα αυτά κι άσε μας να βγούμε απ’ τις συντεταγμένες, τις διαπλεκόμενα, τα μνημόνια, αν τα καταφέρουμε δηλαδή. Και που γεννηθήκαμε Έλληνες, τι;

Τέτοια θα κοιτάμε τώρα, προγονολατρίες και δείγματα γραφής άλλων καιρών; (Άσε τους κουτόφραγκους να καμαρώνουν πως είναι δικά τους, εμείς τα σαΐνια, την κάναμε τη γλώσσα μας αγνώριστη. Μάθαμε όμως νέες λέξεις, λούφα, μίζα, ρουσφέτι, ρουφιανιά. Ο μόνος δρόμος για την επιβίωση, εδώ που μας φτάσανε (λες και δεν τους δώσαμε εμείς τη δύναμη να μας φέρουν ώς εδώ).
Άμε στο καλό λοιπόν, που ήρθες τώρα να πέσεις σαν βοτσαλάκι στο έλος όπου κάνουμε απλωτές μισοπνιγμένοι. Πάρε μαζί σου εκείνο το «Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα νιώσεις κάθε είδους μεγαλείο». Τι θέλεις τώρα, επειδή έγινες από σπόντα Έλληνας μπορείς να μας ταράζεις; «Τα πρωτινά μας τα φτερά μας τα μεγάλα» ξεπουπουλιασμένα δεν μας κρατάνε να πετάξουμε. Κανένα άλλο πτητικό μέσο σού βρίσκεται; Ώρα σου καλή. Ευχαριστούμε που ζέστανες για λίγο την παγωμένη ελπίδα μας. Βάλσαμο ήταν το γέλιο σου, το γεμάτο αγάπη βλέμμα σου. Καλό δρόμο.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ