Το κυρίαρχο κριτήριο που λαμβάνεται υπ' όψιν για να ενταχθεί κάποιος στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι το έτος κατάθεσης του πτυχίου του στην Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας και η σειρά που έχει στον Κατάλογο Διοριστέων
Η πολιτική που υιοθετεί μια χώρα για την επιλογή και ένταξη των εκπαιδευτικών στο εκπαιδευτικό σύστημα θεωρείται κεφαλαιώδους σημασίας, αφού οι εκπαιδευτικοί που θα επιλεγούν διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των μελλοντικών πολιτών και κατά συνέπεια επηρεάζουν το μέλλον της χώρας.
Στην Κύπρο, η πολιτική που υιοθετείται κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει αναγνωριστεί επανειλημμένα από όλους όσοι έχουν ασχοληθεί με το συγκεκριμένο ζήτημα ως ένα από τα βασικά προβλήματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Ουσιαστικά, το κυρίαρχο κριτήριο που λαμβάνεται υπ' όψιν για να ενταχθεί κάποιος στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι το έτος κατάθεσης του πτυχίου του στην Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας και η σειρά που έχει στον Κατάλογο Διοριστέων.
Οι αδυναμίες του συστήματος αυτού είναι προφανείς, αφού μεταχειρίζεται ισοπεδωτικά όλους τους υποψηφίους και δεν περιλαμβάνει μηχανισμούς που να διασφαλίζουν τον διορισμό των καλύτερων και ικανότερων εκπαιδευτικών. Συγκεκριμένα, το υφιστάμενο σύστημα:
(i) ελάχιστα προσμετρά τα προσόντα των υποψηφίων,
(ii) δεν λαμβάνει υπ' όψιν τις συναφείς τους εμπειρίες,
(iii) οδηγεί στις περισσότερες περιπτώσεις σε διορισμό μετά από πολλά χρόνια από την απόκτηση του πτυχίου και οι υποψήφιοι δεν έχουν κανένα κίνητρο κατά την περίοδο αυτή να διατηρήσουν επαφή με το αντικείμενο που θα διδάξουν και
(iv) στις πλείστες περιπτώσεις αποκλείει τη δυνατότητα διεκδίκησης διορισμού από νέους, προσοντούχους και ικανούς επιστήμονες.
Σημειώνεται ότι το πρόβλημα διογκώνεται με την πάροδο του χρόνου, αφού όλο και περισσότεροι πτυχιούχοι συσσωρεύονται στους καταλόγους διοριστέων, ενώ αυξάνονται συνεχώς και οι ηλικίες των νεοδιορισθέντων, λόγω μιας σειράς άλλων παραγόντων.
Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι στη Μέση Εκπαίδευση, σε ορισμένες ειδικότητες γίνονται διορισμοί σε ηλικίες που προσεγγίζουν τα 60. Στη Δημοτική Εκπαίδευση το πρόβλημα αναμένεται να επιδεινωθεί και να κορυφωθεί σε μερικά χρόνια, και δεν θα είναι μόνο ηλικιακό, αλλά κυρίως ποιοτικό.
Μέχρι πρόσφατα εντάσσονταν στο σύστημα κυρίως οι απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Κύπρου, που ήταν στην πλειονότητά τους άριστοι, αφού οι θέσεις που δίνονταν από το Πανεπιστήμιο ήταν περιορισμένες και πολύ ανταγωνιστικές, λόγω του ότι οδηγούσαν με σιγουριά στην εργοδότηση.
Με την αλλαγή των δεδομένων, σταδιακά, εκτός από τους άριστους αποφοίτους κυπριακών και ξένων πανεπιστημίων, εντάσσονται χωρίς καμίαν απολύτως διάκριση στο εκπαιδευτικό μας σύστημα μέτριοι ή και αδύνατοι απόφοιτοι. Το ίδιο βέβαια πρόβλημα αντιμετωπίζει εδώ και καιρό και η Μέση Εκπαίδευση. Πρέπει, λοιπόν, να αναλογιστούμε εάν είναι αυτό το σύστημα που αξίζει στον τόπο και στα παιδιά μας.
Για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, η διατήρηση του υφιστάμενου συστήματος δεν αποτελεί επιλογή για το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, ενώ η μεταρρύθμιση και ο εκσυγχρονισμός του αποτελούν πλέον απαίτηση των πολιτών και της κοινωνίας.
Μέχρι σήμερα έγιναν εννέα προσπάθειες για εκσυγχρονισμό του συστήματος, χωρίς επιτυχία. Οι δύο βασικοί λόγοι που οδήγησαν στην αποτυχία αυτή είναι: (i) η καχυποψία ότι το νέο σύστημα δεν θα είναι τόσο αδιάβλητο όσο το υφιστάμενο (το κύριο θετικό στοιχείο του υφιστάμενου συστήματος είναι η διαφάνεια που το χαρακτηρίζει) και (ii) η μεταχείριση των ανθρώπων που ήδη έχουν υπηρετήσει στο σύστημα ως συμβασιούχοι, έκτακτοι ή αντικαταστάτες. Υπάρχει, δηλαδή, εύλογη ανησυχία ότι με ένα νέο σύστημα, οι εκπαιδευτικοί αυτοί θα χάσουν το προβάδισμα που έχουν για διορισμό ή/και δεν θα διοριστούν.
Στο Πρόγραμμα Διακυβέρνησης της παρούσας κυβέρνησης περιλαμβάνεται σαφής στόχευση για αντιμετώπιση και των δύο αυτών ανησυχιών, με την «εισαγωγή ενός νέου, σύγχρονου και αξιοκρατικού συστήματος πρόσληψης των εκπαιδευτικών, με τρόπο που να μην αδικούνται οι παλαιότεροι, αλλά να έχουν ευκαιρίες και οι νεότεροι». Η πρόταση που έχουμε καταθέσει ως Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού πριν από μερικές μέρες, για το νέο σύστημα διορισμών, θεωρούμε ότι καλύπτει πλήρως την πιο πάνω στόχευση.
Συγκεκριμένα, η διαδικασία που προτείνεται για την επιλογή των εκπαιδευτικών είναι απόλυτα διάφανη και κατατάσσει τους υποψηφίους στη βάση προκαθορισμένων, αντικειμενικών, αξιοκρατικών και μετρήσιμων κριτηρίων που λαμβάνουν υπ' όψιν τα προσόντα, τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους. Ανάλογη διαδικασία υιοθετούν με επιτυχία αρκετές άλλες χώρες της Ευρώπης και του κόσμου.
Οι περισσότερες, ωστόσο, συζητήσεις γύρω από το σύστημα διορισμών επικεντρώνονται στο ευαίσθητο θέμα της μεταχείρισης των ανθρώπων που ήδη έχουν υπηρετήσει στο σύστημα ως συμβασιούχοι, έκτακτοι ή αντικαταστάτες. Αρκετοί από τους εκπαιδευτικούς αυτούς εργάζονται στο εκπαιδευτικό σύστημα για χρόνια και η όποια πρόταση θα πρέπει να λαμβάνει υπ' όψιν το δεδομένο αυτό.
Η πολιτική θέση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ήταν ότι για τους ήδη υπηρετούντες εκπαιδευτικούς θα πρέπει να επιδειχθεί κοινωνική ευαισθησία. Έτσι, η αρχική πρόθεση του Υπουργείου ήταν να διασφαλίσει τον διορισμό των εκπαιδευτικών που υπηρετούν για περισσότερους από 30 μήνες στο εκπαιδευτικό σύστημα, εντάσσοντάς τους σε έναν ξεχωριστό κατάλογο. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί, αφού, εάν υιοθετούσαμε την πρόνοια αυτή, η πρότασή μας δεν θα ήταν νομικά έγκυρη και το νέο σύστημα θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να καταρρεύσει. Η αρνητική θέση της Νομικής Υπηρεσίας σε αυτό το θέμα ήταν ρητή, γραπτή και ξεκάθαρη, και δεν επιδέχεται οποιαδήποτε παρερμηνεία.
Λαμβάνοντας υπ' όψιν τα πιο πάνω δεδομένα, το Υπουργείο υιοθέτησε μια εναλλακτική πρόταση, που εντάσσει στο σύστημα τους καλύτερους και πιο ικανούς εκπαιδευτικούς, και παράλληλα απαντά σε αρκετές από τις ανησυχίες που εκφράστηκαν από τις εκπαιδευτικές οργανώσεις στο παρελθόν.
Προβλέπει εκτεταμένη μεταβατική περίοδο, κατά την οποία θα ισχύουν παράλληλα και τα δύο συστήματα διορισμού. Έτσι θα δοθεί η δυνατότητα σε σημαντικό αριθμό συμβασιούχων/εκτάκτων/αντικαταστατών να διοριστούν μέσα σε αυτήν την περίοδο. Όμως, η σημαντικότερη διάσταση της νέας πρότασης δεν είναι το πόσοι από τους εκπαιδευτικούς αυτούς θα διοριστούν κατά τη μεταβατική περίοδο, αλλά το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί αυτοί θα έχουν παράλληλα σαφές προβάδισμα στη διεκδίκηση, με την αξία τους, θέσης μέσα από το νέο σύστημα.
Και το προβάδισμα δεν το αποκτούν διότι το σύστημα θα είναι διαβλητό ή αναξιοκρατικό, αλλά αντίθετα, διότι θα αναγνωρίζει (όπως θα έπρεπε) ως σημαντικό προσόν την εμπειρία και τις γνώσεις που αποκτά ένας εκπαιδευτικός που υπηρετεί στο εκπαιδευτικό σύστημα. Στην πρόταση που καταθέσαμε, η εμπειρία αυτή αναγνωρίζεται με αυξημένη βαρύτητα.
Καθοριστικό, επίσης, κριτήριο στη νέα πρόταση για διορισμό των εκπαιδευτικών είναι η επιτυχία σε γραπτές εξετάσεις. Σημειώνεται ότι σε μια σειρά από χώρες οι εξετάσεις, με τη μορφή που προτείνονται στο δικό μας σχέδιο, περιλαμβάνονται στη διαδικασία επιλογής των εκπαιδευτικών. Και σε αυτό το κριτήριο αναμένεται ότι οι ήδη υπηρετούντες μπορούν να έχουν σημαντικό πλεονέκτημα.
Πρώτον, διότι το μέρος των εξετάσεων που αφορά στο γνωστικό αντικείμενο «η εξέταση θα αφορά το περιεχόμενο των Αναλυτικών Προγραμμάτων των δημόσιων σχολείων της Κυπριακής Δημοκρατίας» που θα κληθούν να διδάξουν οι εκπαιδευτικοί. Ως εκ τούτου, αν μιλάμε για ένα συμβασιούχο εκπαιδευτικό, θα εξεταστεί στην ύλη που ήδη διδάσκει. Τα άλλα μέρη της εξέτασης θα αφορούν την ειδική (σε σχέση με την ειδικότητα του εκπαιδευτικού) και τη γενική διδακτική μεθοδολογία.
Με άλλα λόγια, ένας εκπαιδευτικός που ήδη υπηρετεί, θα εξετάζεται σε θέματα οικεία για τον ίδιο, αφού έχουν άμεση σχέση με την καθημερινή διδακτική πράξη, ενώ για τα θέματα αυτά ήδη έχει επιμορφωθεί μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα του Κράτους. Αλίμονο εάν μετά από κάποια χρόνια στο σύστημα ένας εκπαιδευτικός δεν γνωρίζει την ύλη που ήδη διδάσκει και βασικές προσεγγίσεις ως προς το πώς θα πρέπει να τη διδάσκει (για τις οποίες έχει ήδη επιμορφωθεί).
Στην περίπτωση που θα αποτύχει στην πιο πάνω εξέταση, είναι προφανές ότι δίκαια δεν θα πρέπει να έχει θέση στο εκπαιδευτικό σύστημα του τόπου μας. Με βάση τα πιο πάνω, ένας συμβασιούχος/έκτακτος/αντικαταστάτης εκπαιδευτικός έχει όλα τα εχέγγυα για να διοριστεί μέσα από το νέο σύστημα διορισμών και δεν θα πρέπει εκ των προτέρων να αμφισβητούμε την αξία των υποψηφίων, θεωρώντας ότι δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας γραπτής εξέτασης.
Πέρα από την αξιολόγηση των υποψηφίων στη βάση απόλυτα μετρήσιμων κριτηρίων, η πρόταση περιλαμβάνει και συστηματική αξιολόγηση των διδακτικών τους ικανοτήτων στην πράξη, ώστε να διασφαλιστεί ότι στο εκπαιδευτικό σύστημα δεν εντάσσονται μόνο προσοντούχα και ικανά άτομα, αλλά και «καλοί δάσκαλοι».
Η πρόταση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού καλύπτει, όμως, και τη δεύτερη πτυχή της σχετικής πρόνοιας του Προγράμματος Διακυβέρνησης. Δίνει δηλαδή ελπίδα στους νέους και ιδιαίτερα στους πιο προσοντούχους και άριστους. Η ελπίδα αυτή μπορεί να είναι περιορισμένη τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του νέου συστήματος, ωστόσο, ιδιαίτερα μετά τη μεταβατική περίοδο, οι νέοι επιστήμονες θα μπορούν να διεκδικήσουν ισότιμα, με βάση την αξία, τα προσόντα και τις εμπειρίες τους, μια θέση στο εκπαιδευτικό σύστημα. Κάτι τέτοιο θα ήταν για όλη τους τη ζωή άπιαστο όνειρο με τα σημερινά δεδομένα.
Η πρότασή μας δεν έχει οριστικοποιηθεί και δεν είναι τελεσίδικη. Θα αναμένουμε τις θέσεις των εκπαιδευτικών οργανώσεων και όλων των εμπλεκόμενων στην εκπαίδευση φορέων, διότι πιστεύουμε στον διάλογο, στη σύνθεση απόψεων και στις συναινετικές διαδικασίες. Ωστόσο, είναι προφανές ότι το θέμα αυτό έχει ταλαιπωρήσει για πολλά χρόνια το εκπαιδευτικό σύστημα και την κοινή γνώμη, και δεν μπορεί να παραμένει σε εκκρεμότητα.
Με όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, το ξεκάθαρο δίλημμα που έχουμε μπροστά μας είναι κατά πόσο προχωρούμε με τομές που θα οδηγήσουν στο σύστημά μας τους καλύτερους και ικανότερους εκπαιδευτικούς, ή αν θα παραμείνουμε στη βολική «ασφάλεια» και τη «σιγουριά» ενός αναχρονιστικού και ξεπερασμένου συστήματος. Η πρότασή μας δίνει διέξοδο. Η κοινωνία περιμένει. Όσοι εμπλέκονται στα θέματα της εκπαίδευσης και κυρίως όσοι λαμβάνουν αποφάσεις πρέπει να ξεκαθαρίσουν, ποιαν από τις δύο επιλογές προκρίνουν, θέτοντας ως βασικό κριτήριο και πρώτιστο μέλημά τους το συμφέρον των παιδιών μας.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΔΗΣ
Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού




