Η Κυπριακή Δημοκρατία προωθεί ενεργά αυτές τις μέρες διαπραγματεύσεις με γειτονικές χώρες που έχουν ιδιαίτερα έντονο τον στρατηγικό χαρακτήρα: διμερείς και τριμερείς συναντήσεις με την Αίγυπτο και σχέδια για συνεργασίες με την Ιορδανία καθώς και με τον Λίβανο και, βέβαια, με το Ισραήλ. Στόχος αυτής της αυξημένης κινητικότητας είναι η ενίσχυση της διεθνούς μας θέσης ως στρατηγικού περιφερειακού παράγοντα, καθώς και η αξιοποίηση της θέσης μας ως δυνητικού ενεργειακού κόμβου στην ανατολική Μεσόγειο. Σημειώνεται, επίσης, ότι ένα ειδικό θέμα που ενδιαφέρει μερικές από τις χώρες αυτές είναι και η διάθεση σημαντικού μέρους των υδρογονανθράκων που θα εξορύξουμε από τα διάφορα θαλάσσια οικόπεδά μας προς αμοιβαίο επιχειρηματικό όφελος, π.χ. αέριο προς την Αίγυπτο για το δικό της τερματικό υγροποίησης και προμήθεια αερίου προς την Ιορδανία για τις ενεργειακές της ανάγκες.

Εν μέσω, όμως, αυτής της ατμόσφαιρας γενικής «ευφορίας» από τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουμε, είναι χρήσιμο να προβληματισθούμε πώς, ενδεχομένως, αυτές οι στρατηγικές μας κινήσεις θα επηρεάσουν και τις προοπτικές επίλυσης του Κυπριακού. Η επίλυση του Κυπριακού βρίσκεται στο τραπέζι των δικοινοτικών συνομιλιών για σαράντα σχεδόν χρόνια, με συνεχή για μας επιδείνωση της κατάστασης «επί του εδάφους» και με όρους που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό η Τουρκία. Όμως, σήμερα προδιαγράφεται μια ευκαιρία, λόγω της ενίσχυσης της διαπραγματευτικής μας θέσης ως αποτέλεσμα της δυνατότητας εξόρυξης και διάθεσης των υδρογονανθράκων από τα τεμάχια που βρίσκονται στην Αποκλειστική Οικονομική μας Ζώνη, καθώς και της διεθνούς υποστήριξης που έχουμε λόγω της στρατηγικής μας θέσης ως δυνητικού ενεργειακού κόμβου. Προσδοκούμε, επομένως, πως η Τουρκία, τόσο γιατί έχει ανάγκη από πρόσθετες και σημαντικές προμήθειες υδρογονανθράκων για την οικονομική της ανάπτυξη όσο και για τα οφέλη που θα έχει από ένα αγωγό προς την Ευρώπη, θα συναινέσει επιτέλους σε μια λύση του Κυπριακού, στη βάση της μεθόδου του «αμοιβαίου οφέλους» (win-win).

Εδώ ίσως να είναι χρήσιμο να αναλύσουμε και το επαναλαμβανόμενο από διάφορους πολιτικούς και άλλους παράγοντες ότι οι υδρογονάνθρακές μας μπορεί να αποδειχθούν «ευλογία ή κατάρα» για την Κύπρο.
Υπό ποια έννοια θα μπορούσαν να είναι «κατάρα»; Ένα πιθανό σενάριο που θα σχετίζεται με μια ασυμφωνία για τον τρόπο διαχείρισης του θαλάσσιού μας πλούτου είναι η πρόκληση περαιτέρω βίαιων ενεργειών εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η συνεπακόλουθη έντονη ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα στην Ανατολική Μεσόγειο, η ακύρωση της διαδικασίας για λύση του Κυπριακού, με αποτέλεσμα να ολοκληρωθεί η απόσχιση της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βορείου Κύπρου» και με ενδεχόμενη τη σταδιακή διεθνή αναγνώρισή της ως ανεξάρτητης κρατικής οντότητας. Σε μια τέτοια εξέλιξη είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι εταιρείες που αδειοδοτήσαμε για έρευνες στην ΑΟΖ μας θα αρνηθούν να προχωρήσουν στην ανόρυξη και την εμπορία του πλούτου αυτού, λόγω μεγάλου επενδυτικού ρίσκου.

Και τώρα ας δούμε μια εκδοχή της περίπτωσης που οι υδρογονάνθρακές μας θα μπορούσαν να αποτελέσουν «ευλογία»: η αξιοποίησή τους να αποβεί πραγματικός καταλύτης στην επίλυση του χρονίζοντος Κυπριακού (μια κορυφαία και επείγουσα ανάγκη), με μια συμφωνία μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων μερών για μια κατά το δυνατόν ποιο δίκαιη και λειτουργική διευθέτηση που να κρατά το νησί σε ηρεμία για τις επόμενες δεκαετίες. Μια λύση που να μετατρέπει την ενωμένη Ομόσπονδη Κύπρο σε μια «Ελβετία» της Ανατολικής Μεσογείου με έντονη οικονομική δραστηριότητα και ανάπτυξη.

Το στυγνό ερώτημα: είναι δυνατόν να λύσουμε επιτέλους το Κυπριακό και να χαρούμε αυτή την «ευλογία» χωρίς την ενεργό συμμετοχή και της Τουρκίας; Μόλις πρόσφατα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης χαρακτήρισε τους υδρογονάνθρακες ως «κίνητρο» για τη λύση και επανέλαβε τη θέση (που υποστήριξε παλαιότερα και αυτός ο Αρχιεπίσκοπός μας), ότι μετά τη λύση θα μπορούσαμε να εξετάσουμε και την επιχειρηματική επιλογή για ένα αγωγό προς και μέσω της Τουρκίας.

Και τώρα: μήπως μερικές από τις πολιτικές πρωτοβουλίες που αναπτύσσουμε αυτές τις εβδομάδες ενδέχεται να προδεσμεύσουν σημαντικές ποσότητες των υδρογονανθράκων μας και ως αποτέλεσμα να μειώσουν -ή ακόμη και να ακυρώσουν- τις προοπτικές της επιχειρηματικής επιλογής για ένα αγωγό προς και μέσω της Τουρκίας, που θα ήταν το «κίνητρο» για να συναινέσει η Τουρκία σε μια καλύτερη λύση του χρονίζοντος προβλήματός μας;

ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ