Χαζεύει στο γυαλί τις κοπελάρες, θαμπώνεται! Tι ωραία βαμμένες, τι όμορφα ρούχα. Φέρνει μπρος της τη δική της την εικόνα, στα δικά τους τα νιάτα. Να μπορούσε λέει κι εκείνη να γινόταν τόσο όμορφη και να… την έβλεπε στην τηλεόραση. (Όχι, δεν είχαν τότε έγχρωμη τηλεόραση, μια μαυρόασπρη της συμφοράς είχαν, μα τέλος πάντων). Συνεπαρμένη από τ’ όραμα σκαλίζει τη μνήμη της… Χμ… Από προσωπάκι κάτι γινόταν, θα το ’λεγες κι όμορφο, τ’ άλλα άστα καλύτερα. Ποιος τα ’ξερε τότε τα γυμναστήρια και τα καλλυντικά; Και να υπήρχαν, πού λεφτά για τέτοια; Πολυτέλεια λίγο ροδόσταγμα για ξέπλυμα.

Και να πεις πάνε αιώνες; Όχι δα! Σαν χτες ήταν. Ένα φου έκανε ο σίφουνας η τεχνολογία και πάνε όσα ήξερες. Τσάκα τσάκα, η μια μετά την άλλη, εφευρέσεις, επινοήσεις, μηχανήματα, ήρθαν τα πάνω κάτω, κι άντε να την πάρεις εσύ το κατόπι την εξέλιξη -σιγά μην μπορούσες-. Πώς έγιναν όλα αυτά τόσο γρήγορα; Κι εκείνη δηλαδή πού ήτανε; Ε, στους τέσσερις -στην κυριολεξία- τοίχους του κουκλόσπιτου που της το τάξανε βασίλειό της.

Να πλένει στο χέρι, να σιδερώνει, να μπαλώνει, να μαγειρεύει, να κάνει του καθενός τη λόξα και το χατίρι, να είναι όλα παστρικά το βράδυ, να ξεμπερδέψει με τα πιάτα, όσο να βρει καρέκλα μπροστά της κουτουλάει. Κι ως να ξυπνήσει, ξεπετάχτηκαν τα παιδιά, πήραν τον δρόμο τους (σιγά-σιγά μην την πονέσουν, πέρασε στη βοηθητική υπηρεσία) πάνε τα χρόνια, να το στεφάνι οι άσπρες τρίχες, τα ύπουλα τσακίσματα γύρω απ’ τα μάτια (από τα περιοδικά έμαθε πως τα λένε πόδι της χήνας).

Η ζωή η λάμια (τέτοιο τέρας μοιάζει) την παίζει σαν μπαλάκι στα χέρια της, την παίρνει και την φέρνει όπου εκείνη θέλει. Να την πιάνουν πού και πού οι καλοσύνες της, να της σκάει ένα χαμόγελο, να της λέει «μπροστά σου ο δρόμος με τις χαρές και τις ομορφιές» και να της τον κρύβουν οι στοίβες τα πιάτα, τ’ άπλυτα ρούχα, η τρεχάλα για τους άλλους. Να αναμετριέται με το θεριό την καθημερινότητα κι όταν λαχταράει κάτι, να λυγάει από τύψεις και να λέει «ευχαριστώ, λέω να μην πάρω». Κάτι λέγανε πάλι τις μέρες αυτές για δικαιώματα της γυναίκας, που έγιναν λέει νόμος, αυτή από πού να τα ζητήσει;

«Ε, καλά», αυτοπαρηγοριέται. «Δεν είμαι κι η μόνη, κι η μάνα μου κι η γιαγιά μου τα ίδια, απ’ το ίδιο καλούπι λες βγήκαμε, η ίδια μήτρα μάς τύπωσε. Τελευταία μόνο αγρίεψαν, ρε παιδί μου, τα κορίτσια και πήραν τη ζωή τους στα χέρια τους» (θέλεις να της πεις μην παίρνεις κι όρκο, δεν τα κατάφεραν κι όλες!). Κι αναρωτιέται: «Εγώ πού να προλάβαινα; Τώρα, τώρα, τι προλαβαίνω;». Εύχεται να ήταν τότε ένα τζίνι να της έλεγε όσο ήταν καιρός πως δίνοντας ολάκερη την ψυχή σου είναι σαν να… σε κλέβεις.

Τη λιγοστεύουν οι απέναντι - πώς ν’ αντέξουν τέτοιο χρέος; - Εύκολα παλεύεται το ταπεινωμένο εγώ; Άντε να μάθει τώρα πως ό,τι δίνεται άμετρα θρέφει την αχορτασιά. Πως ζωή μέσα απ’ τις ζωές άλλων μόνο ζωή δεν είναι. Πως το μέτρο βάζει τον άλλο στη θέση του κι εσένα στη δική σου. Εσύ δίνεσαι μ’ όλη σου την ψυχή σ’ όποιαν ανάγκη του άλλου, μα έτσι και σηκώσει εκείνος κεφάλι, η πρώτη δαγκωματιά για σένα θα ’ναι (εμ τυχαία το ’παν χιλιάδες χρόνια πριν οι πρόγονοί μας εκείνο το «φοβού τους υπ’ εσού ευεργετηθέντας;»). Την τρώει αυτό το «τώρα;». Θες να της πεις «Πάψε πια, τώρα και τώρα.

Τίποτα δεν γίνεται, άσε που στο βάθος δεν το θέλεις κιόλας. Έτσι κι αλλάξεις κάτι, μαύρο φίδι που σ' έφαγε. Θ’ αγριέψουν όλοι. Κι αν ξεστομίσεις ούτε καν με παράπονο πως μια ζωή ζούσες για εκείνους, θα εισπράξεις πληρωμένη την απάντηση: "Και ποιος στο ζήτησε;"». Κόψε κάτι - αν τ’ αποφασίσεις δηλαδή, που δεν το βλέπω - λίγο-λίγο, όμως, να μη φανεί. Βάλε στην πάντα και κάτι για τη δική σου την ψυχούλα. Ξέρεις, στις μέρες μας, μόνο όποιος έχει και ξέρει και να κρύβει, εισπράττει εκτίμηση. Για μελέτα το λίγο, πάλεψέ το, αν κι εδώ που τα λέμε όπως τα ’κανες… πώς το λένε μάγκικα; Α, ναι, καλά κρασιά!

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ