Ένα ποίημα του Μένη Καλαντζόπουλου

Γράφω σήμερα για τον φίλο μου τον ποιητή Μένη Καλαντζόπουλο, τον άλλο φίλο μου από τον Πύργο Ηλείας, μετά τον Γιώργη Παυλόπουλο και τον νεότερο Ηλία Γκρη. Ποιητής κι αυτός μιας μετεμφυλιακής εποχής, καταθέτει τη φρίκη, την ερημία και την αθλιότητα του ελληνικού εμφυλίου με τον δικό του τρόπο. Όπως πρώτος κατέθεσε αυτή την επώδυνη και φρικτή εμπειρία ο δάσκαλός τους Τάκης Σινόπουλος, με εκείνο τον μοναδικό και ανεπανάληπτο «Νεκρόδειπνο.»

Ένας άλλος νεκρόδειπνος είναι και το ποίημα του Καλαντζόπουλου «Πύργος 1945», από τη συλλογή «Το Πάσχον Σώμα», που αντιγράφω σήμερα:

«Το σπίτι το κατοίκησες πολλές φορές
Οι φοινικιές, το μανταρίνι κι η νύχτα
με το γέλιο σου, που ξύπναγε τα πουλιά.

Ύστερα ήλθε το χακί στο σώμα μου, οι νεκροί κι η σκόνη
Κι ο μικρός Ανέστης με το πατίνι χαμένος
κι ο Καπλάνης με τ’ άλογα ανάπηρος
Κι ο πετροπόλεμος στη σκάλα του Επαρχείου
Χωρίς χέρια και χωρίς φωνή.

Εγώ ταξιδεύοντας ξέχασα το χρώμα των ματιών σου
όταν σ’ έλουζε το φεγγάρι
Ο Δανιήλ ζωγράφος, η Μαίρη κέρδισε τα καλλιστεία
Και στα Χαλικιάτικα γέρασαν οι σιδεράδες.

Όλα τα σκόρπισε ο χρόνος. Πρόσωπα, όνειρα, γράμματα ερωτικά
Ο Πύργος που έζησα, ένας αγνοούμενος σ’ αιχμαλωσία
Κι οι φίλοι μου άσπρισαν στις καρέκλες του καφενείου
Παίζοντας χαρτιά με τις δικές τους ιστορίες.

Γι’ αυτό με ξάφνιασες γυρίζοντας πίσω τον τροχό
Έτσι που ήλθες με πασχαλιές στην αγκαλιά
και με το άρωμα που είχε το πρώτο σου φιλί.
Πώς να σ’ αγαπήσω από την αρχή;
Και πώς να σ’ αγγίξω με κουρασμένα δάχτυλα;
Βαθιά η χαρακιά. Αν θυμηθείς το χτύπο άνοιξε το πορτόφυλλο.»

Μνημόσυνο ονομάτων, οι κεκοιμημένοι που εισέρχονται στα τοπία της πόλεως, με ένα τρόπο τρυφερό, μια επιστροφή σε βυθισμένους πια στη λήθη χρόνους. «Όλα τα σκόρπισε ο χρόνος», γράφει ο Καλαντζόπουλος. Για να ακολουθήσει ο έρημος τόπος της επαρχιακής πόλεως ως απουσία. Που έρχεται να τον αναπληρώσει μονάχα ο έρωτας, «με πασχαλιές στην / αγκαλιά / και με το άρωμα που είχε το πρώτο σου φιλί».

Σκέφτομαι αυτή την ερημία των πόλεων. Αλλά και τις πόλεις που απεδήμησαν, που έφυγαν γι’ αλλού. Την ερημία των επαρχιακών πόλεων σκέφτομαι. Τα σπίτια που μας εγκατέλειψαν. Τους δρόμους που έγιναν αγνώριστοι. Τη φρικώδη σιωπή.

Είναι ενδιαφέρον, πιστεύω, να αναζητήσει κανείς στον τόπο της ποίησης αυτή τη θλίψη της επαρχιακής πόλεως. Και σκέφτομαι μαζί μ’ αυτά τον άλλο σπουδαίο συνομήλικό μου Γιώργο Μαρκόπουλο, που κατέθεσε επιμόνως αυτή την ερημία και την εξαθλίωση και την απουσία και τη μοναξιά των επαρχιακών πόλεων ή τη θλίψη του προαστίου.
Έτσι, λοιπόν, ψηλαφούμε κι όλοι εμείς τις πόλεις μας που απεδήμησαν, τους φίλους μας που έφυγαν, τους έρωτές μας, τους καημούς μας, τη θλίψη μας ζούμε και την ερημία και τη σιωπή. Κι οι πόλεις μας που ζήσαμε «ένας αγνοούμενος σ’ αιχμαλωσία», όπως γράφει επωδύνως ο Μένης Καλαντζόπουλος.

Γυρίζω, λοιπόν, στην ερημία των πόλεων, στην ανάληψη και απόδραση και τη φυγή τους σε άλλους τόπους, σε άλλους ουρανούς, σε εκείνο το αίσθημα της αποξένωσης γυρίζω, καθώς κανείς δεν μας θυμάται πια, όπως έγραψε άλλοτε ο Γιώργος Σεφέρης. Καθώς όλα βουλιάζουν και χάνονται.

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ