Από την ίδρυσή της, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να παραδεχτούμε ότι βασανιζόταν από μιαν αναζήτηση ταυτότητος. Ανεξάρτητη μεν, αλλά προς αναζήτηση ισχυρού κηδεμόνος. Με τον πρώτο της πρόεδρο να ακροβατεί επικίνδυνα μεταξύ των τριών κυριοτέρων στρατοπέδων της εποχής. Δύση-Ανατολή-Αδέσμευτοι. Και φαίνεται, ή μάλλον έχει τραγικά αποδειχτεί, ότι η επιλογή του να ενταχθεί στους Αδέσμευτους δεν υπήρξε και τόσο επιτυχής.
Σήμερα, 54 χρόνια από τον Μακάριο, εξακολουθούμε ακόμη να ευρισκόμεθα σε αναζήτηση του ασφαλούς ισχυρού εκείνου στρατηγικού εταίρου, που θα εξασφαλίζει ή θα εγγυάται τα συμφέροντά μας. Και θα αποτελεί αντίβαρο στις τουρκικές επιβουλές.
Και ελπίζουμε ότι η σημερινή διακυβέρνηση του Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη θα αποδειχθεί πιο τελέσφορη και αποτελεσματική, πιο σοβαρή και υπεύθυνη, από την κυβέρνηση Χριστόφια. Από την οποία πολλά αναμέναμε, αλλά ουδέν απτό αποτέλεσμα εισπράξαμε. Εκτός, ίσως, από κάποιες συγκλίσεις στο Κυπριακό, με τον κ. Ταλάτ.
Στηρίξαμε λοιπόν και εξακολουθούμε να στηρίζουμε τον νυν αρχηγό του Κράτους, αναμένοντας μια πιο υπεύθυνη στάση σε όλα τα θέματα. Αλλά τώρα τελευταία, έχουμε την αίσθηση ότι η εξωτερική μας πολιτική καθίσταται αλλοπρόσαλλη. Ευρισκόμενοι εντός της Ε.Ε., υποχρεωθήκαμε να συμμετέχουμε στις λεγόμενες κυρώσεις των Δυτικών κατά της πάλαι ποτέ φίλης-συμμάχου Ρωσίας. Από την άλλη, η στάση μας προς τους Ρώσους μεγαλοκαταθέτες και μετόχους των Τραπεζών μας δεν υπήρξε και η καλύτερη. Υπέστησαν κούρεμα και το φέρουν βαρέως, ακόμη και σήμερα, ενάμιση χρόνο μετά.
Ο κ. Αναστασιάδης προσπαθεί να ισορροπήσει σε ένα επικίνδυνα τεντωμένο σχοινί. «Σας αγαπάμε και παραμένουμε πιστοί φίλοι και σύμμαχοι», λέει στον Πούτιν, «αλλά, τι να γίνει: Δείξτε κατανόηση. Ανήκουμε στη Δύση». Την ίδια στιγμή που στο Προεδρικό προσέλαβε άνθρωπο (ειδικό σύμβουλο τον αποκαλούμε), ο οποίος πρόσφατα εξέδωσε βιβλίο-καταπέλτη, για τη στάση της τότε Σοβ. Ένωσης σε σχέση με την τραγική πορεία του Κυπριακού τα τελευταία 40 χρόνια, και κυρίως για την ουδέτερη ή και φιλοτουρκική «εχθρική» στάση της, στην εισβολή του ΄74.
Πανηγυρίζουμε για την πρόσφατη άσκηση του Ρωσικού Στόλου στη θαλάσσια περιοχή μας, άνευ σοβαρού λόγου λέω εγώ, ενώ απόκρυφη επιθυμία και διακαής ενδόμυχος πόθος παραμένει να δούμε τη μητέρα Πατρίδα να μας συμπαρίσταται έμπρακτα και στρατιωτικά, στη δύσκολη σημερινή συγκυρία με τις απειλές της Τουρκίας να αυξάνονται.
Για να το θέσω πιο παραστατικά, όπως εγώ τουλάχιστον το αντιλαμβάνομαι: Παραμένουμε ένα ιδιότροπο, ανασφαλές-κακομαθημένο παιδί, που βιώνει μιαν ανείπωτη μοναξιά στην περιοχή της Ανατ. Μεσογείου, που ουσιαστικά δεν ξέρει τι θέλει.
Ερωτώ: Γνωρίζουμε αν πράγματι επιθυμούμε ένταξη σε φιλο-δυτικούς συνασπισμούς, όπως π.χ. ο λεγόμενος Συνεταιρισμός για την Ειρήνη? Που ιδρύθηκε το 1994, μετά τη διάλυση του κομμουνιστικού στρατοπέδου, με σκοπό την ένταξη σε αυτόν, όσων ανεξαρτήτων χωρών επιθυμούσαν να εισέλθουν σε έναν προθάλαμο του ΝΑΤΟ? Όχι.
Αλλοπρόσαλλη και ανερμάτιστη η εξωτερική μας πολιτική. Όχι μόνο τώρα. Διαχρονικά.
Τώρα, πληροφορούμαστε ότι τον Ιανουάριο ο Πρόεδρός μας θα μεταβεί στη Μόσχα, ως επίσημος προσκεκλημένος του Ρώσου ηγέτη. Και αρχίσαμε πάλιν τους πανηγυρισμούς: Α! Ζήτω! Η Ρωσία είναι πάλι δίπλα μας! Για υπογραφή Συμφωνιών υψηλού επιπέδου? Αμφιβάλλουμε. Σε επίπεδο πολιτιστικών σχέσεων θα είναι οι πλείστες.
Δεν θέλουμε, όμως, να είμεθα κακεντρεχείς. Ευχόμεθα να υπάρξουν και στρατιωτικής φύσεως, ουσιαστικές, συμφωνίες. Όπως και ελπίζουμε ότι ο άξονας Ελλάδος-Αιγύπτου-Κύπρου θα έχει επιτυχή, απτά αποτελέσματα.
ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΗΣ
Ερευνητής, συνταξιούχος εκπαιδευτικός




