Στην πρόσφατη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου διαφάνηκε αυτό που τόσο καιρό υπέβοσκε στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε). Ο Ιταλός Πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι και ο Πρωθυπουργός της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ, πιεζόμενοι από τις λαϊκές αντιδράσεις στις χώρες τους, επιτέθηκαν ανοικτά ενάντια στη γερμανόπνευστη πολιτική λιτότητας που ακολουθεί η Ε.Ε.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες, ο Ιταλός Πρωθυπουργός έχει καταστήσει σαφές ότι η χώρα του δεν θα ακολουθήσει τους στόχους που τέθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για δημοσιονομικό έλλειμμα κάτω από 2% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ), αλλά θα διατηρήσει το 2,9% του ΑΕΠ, για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει 11 δισεκ. ευρώ για την οικονομική ανάπτυξη. Το γεγονός αυτό τον θέτει στο σκαμνί, ως το άτακτο παιδί που εναντιώθηκε στο λεγόμενο Σύμφωνο Σταθερότητας.

Υπενθυμίζουμε ότι στη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου 9.12.2011, όπου συζητήθηκε η κρίση χρέους των χωρών της Ευρωζώνης, οι τότε «σύμμαχοι» Μέρκελ και Σαρκοζί επέβαλαν το πακέτο δημοσιονομικής πειθαρχίας, επέβαλαν τον έλεγχο των προϋπολογισμών των κρατών-μελών από το διευθυντήριο των Βρυξελλών, με την αυτόματη επιβολή κυρώσεων σε όσους παρεκτρέπονται. Τα επίμαχα σημεία του σχεδίου ήταν:
- Οι εθνικοί προϋπολογισμοί των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι ισοσκελισμένοι ή πλεονασματικοί. Ο κανόνας που τέθηκε είναι ότι το ετήσιο διαρθρωτικό έλλειμμα δεν θα ξεπερνά το 0,5% του ΑΕΠ
- Τα κράτη-μέλη θα υποβάλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προγράμματα με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα εφαρμόσουν, για να περιορίσουν τα ελλείμματά τους.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) σε σχετική γνωμοδότησή της είχε αντιταχθεί στο λεγόμενο Σύμφωνο Σταθερότητας, τονίζοντας ότι οι στόχοι που τίθενται στο Σύμφωνο έρχονται σε αντίθεση με την ανάπτυξη. «Αν έχουμε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, πώς θα επενδύσουμε στην ανάπτυξη και πώς θα καταρτίσουμε προγράμματα για την αντιμετώπιση της ανεργίας;» ήταν τα ερωτήματα που τέθηκαν. Και παρακάτω σημειώνετο ότι η «εφαρμογή της λιτότητας και η αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία είναι δυνητικά επικίνδυνες, τόσο για την οικονομική υγεία της Ευρώπης όσο και για τον οικονομικό της ιστό. Τα μέτρα λιτότητας που ήδη εφαρμόζονται ή πρόκειται να εφαρμοστούν θέτουν σε κίνδυνο τις απαραίτητες κοινωνικές επενδύσεις και θα εντείνουν τον επιδεινούμενο φαύλο κύκλο της ύφεσης...».

Παρά τις αντιδράσεις όμως, η αυστηρή πολιτική λιτότητας επιβλήθηκε σ? όλες τις χώρες και ιδιαίτερα στις χώρες του Νότου που αντιμετωπίζουν δημοσιονομικά προβλήματα, και τελούν υπό καθεστώς μνημονίων. Το αποτέλεσμα είναι να μειώνονται μεν τα ελλείμματα με τα σκληρά μέτρα λιτότητας (μείωση μισθών, συντάξεων, κοινωνικών δαπανών...), αλλά ανάπτυξη να μη βλέπουμε. Απεναντίας, αυξάνεται η ανεργία, η φτώχια και η ανέχεια.

Ακόμη και ο συντηρητικός «Economist», στην πρόσφατη έκδοσή του, τάχθηκε ενάντια σ? αυτήν την πολιτική: «Αν υπήρχε ποτέ κάποια λογική στη γερμανική πολιτική λιτότητας, αυτή έχει πια εξαντληθεί... Ακόμη και τώρα, ενώ οι οικονομίες συρρικνώνονται, η Γερμανία έχει εμμονή με τη μείωση των ελλειμμάτων...».

Η δε γαλλική εφημερίδα «Λα τριμπούν» λέει ότι «η εμμονή στο μοντέλο των Γερμανών διαλύει το μέλλον της Ευρώπης, οδηγεί στην οικονομική ύφεση και την καταστροφή της δημοκρατίας».
Υπάρχει όμως και ένα άλλο ανησυχητικό γεγονός: Η εμμονή στην πολιτική λιτότητας έφερε την απογοήτευση των Ευρωπαίων πολιτών και την απαξίωση προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, με αποτέλεσμα μόνο το 42% να προσέλθουν στις κάλπες για τις εκλογές των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ μεγάλο μέρος τους να στραφούν προς τον εθνικισμό και τα ακροδεξιά αντιευρωπαϊκά κόμματα.

Μέσα σ? αυτό το κλίμα σημειώθηκε η αντίδραση του Ιταλού και του Γάλλου Πρωθυπουργού. Αλλά και οι άλλες χώρες πρέπει να αντιδράσουν, ιδιαίτερα αυτές που βρίσκονται κάτω από μνημονιακές συμβάσεις, γιατί η αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία όχι μόνο οδηγεί εκατομμύρια ανθρώπους στην ανεργία και στη φτώχια, αλλά εντείνει τις οικονομικές και άλλες ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών και δημιουργεί μια Ευρώπη δύο ή και τριών ταχυτήτων.

Στην περίπτωση της Κύπρου, μια χαλάρωση του πλαισίου για το δημοσιονομικό έλλειμμα (το μνημόνιο θέτει στόχους για ισοσκελισμένο ισολογισμό ή και πλεόνασμα μέχρι το 2017) θα δώσει τη δυνατότητα να απελευθερωθούν κονδύλια που θα χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη και την αντιμετώπιση του τεράστιου ανεργιακού προβλήματος.

Ο βραβευμένος με Νόμπελ Οικονομίας Τζόζεφ Σίγκλιτς είχε πει σε μια συνέντευξή του: «δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο ούτε ένα παράδειγμα όπου οι περικοπές μισθών, συντάξεων και κοινωνικών δαπανών μπορούν να οδηγήσουν στην εξυγίανση ενός ασθενούς κράτους».

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΥΛΙΚΚΑΣ
Οικονομολόγος-ερευνητής, μέλος της ΕΟΚΕ