Ολιγάριθμος, άοπλος, απροστάτευτος, προτάσσει τα στήθια, μέχρι να πέσει προδομένος και λαβωμένος με την πλάτη στο κανναβάτσο…

Μέσα στους αιώνες κτίζει πολιτισμό, του τον κλέβουν και του τον λεηλατούν, τον υποδουλώνουν οι βάρβαροι από την ανατολή μέχρι τη δύση και από τον νότο μέχρι τον βορρά, τον βιάζουν, τον προσβάλλουν, τον δολοφονούν, του δημιουργούν αγνοουμένους, τον εξευτελίζουν, τον αναγκάζουν να γίνει οικονομικός μετανάστης, τον ληστεύουν και ξανά και ξανά το ίδιο έργο σινεμά και αυτός εκεί, χωρίς καν τη λογική (κατά τους βαρβάρους) διαμαρτυρία, χωρίς βανδαλισμούς και καταστροφές, γιατί στην ψυχή του βρίσκεται η δημιουργία και όχι η καταστροφή, το φως και όχι ο σκοταδισμός.

Προδομένος και αδύναμος αντιστέκεται όσο μπορεί έναντι των βαρβάρων, αιώνες τώρα. Ολιγάριθμος, άοπλος, απροστάτευτος, προτάσσει τα στήθια, μέχρι να πέσει προδομένος και λαβωμένος με την πλάτη στο κανναβάτσο. Ξανασηκώνεται, τιμά τους ήρωές του και, από τα συντρίμμια που του άφησαν οι βάρβαροι, με ένα σκεπάρνι, ένα μυστρί και ένα κατσαβίδι ξανακτίζει αδιαμαρτύρητα.

Γνωρίζει ότι θα ξαναπροδοθεί, ότι τα τέρατα και οι εφιάλτες καρτερούν απειλητικά, όπως τόσες φορές μέσα στους αιώνες, θα ξαναέρθουν και θα ξαναφύγουν, με άλλο πρόσωπο και άλλη ενδυμασία. Για άλλη μια φορά θα προσπαθήσουν να τον αλλοιώσουν, αλλά αυτός, κόντρα στη λογική των βαρβάρων, θα μένει αναλλοίωτος και θα κάνει όνειρα που ποτέ δεν θα βγουν αληθινά, γιατί αυτή είναι η μοίρα του.

Ο καλός πολίτης, ο άγνωστος ήρωας, επιβιώνει από τότες, που με δέκα σταγόνες νερό και λίγο χώμα έφτιαξε ένα πήλινο αγγείο, σκάλισε ένα ανθρωπάκι σε μια πέτρα, έφτιαξε τον πρώτο του οικισμό, μέχρι σήμερα που ονειρεύεται να σκάψει τον βυθό της θάλασσας και να μοιραστεί τον ενεργειακό πλούτο του, με τους γείτονες και τους εταίρους του.

Οι βάρβαροι θα έρχονται και θα φεύγουν, παίρνοντας μαζί τους πολιτισμό, που θα τον εκθέτουν, για να τους δίνει την ψευδαίσθηση του πολιτισμένου, αφήνοντας πίσω τους ερείπια και φυλακισμένα μνήματα, μαρτυρίες του περάσματός τους.