Η μέρα σήμερα είναι Πέμπτη, 30/10/14, και ώρα 9.30 π.μ. Ευρίσκομαι με το αυτοκίνητό μου στη συμβολή Γρίβα Διγενή και Δημοσθένη Σεβέρη, στα φώτα. Είναι κόκκινο μπροστά μου, και πίσω μου μια μεγάλη ουρά αυτοκινήτων.

Κοιτάζω γύρω-γύρω μέχρι να γίνει πράσινο να συνεχίσω προς την εργασία μου. Αριστερά στο πεζοδρόμιο μερικά μέτρα μακριά βλέπω έναν κύριο 45-50 χρονών να περπατά με το κεφάλι σκυφτό. Σκέφτηκα «να δούμε τι βάσανα έχει και τούτος ο καημένος». Ξαφνικά σταματά για δευτερόλεπτα και καρφώνει το βλέμμα στο πεζοδρόμιο. Κοιτάζω και τι βλέπω, ένα σβησμένο τσιγάρο, σχεδόν ολόκληρο τσιγάρο, που κάποιος το πέταξε πριν μπει στο διπλανό κατάστημα. Με μια γρήγορη κίνηση σκύβει, το αρπάζει, το κλείνει στη χούφτα του, βάζει τα δυο χέρια «ανέμελα» πίσω στην πλάτη και συνεχίζει τον δρόμο του.

Ένιωσα εκείνη τη στιγμή απαίσια, νόμισα ότι χάθηκε η γη κάτω απ' τα πόδια μου. Σκέφτηκα, κοίταξε πού μας κατάντησαν οι πλείστοι ανίκανοι πολιτικοί μας. Που έχουν καταστρέψει την όμορφη τούτη χώρα μας, όχι μόνο οικονομικά αλλά και ηθικά και μας έχουν εξευτελίσει και καταντήσει να ψάχνουν οι συνάνθρωποί μας στους κάδους των σκουπιδιών, να μαζεύουν αποτσίγαρα από το πεζοδρόμιο ή να αγοράζουν από το περίπτερο τα τσιγάρα με το ένα, όχι κουτί αλλά τσιγάρο.

Στο μυαλό μου ήρθε η άλλη εικόνα, τρανταχτά ονόματα πολιτών στη φυλακή διότι τα λεφτά τα μετρούσαν με τη σακούλα. Μου ήρθε στο μυαλό ο Συνεργατισμός, η τράπεζα του λαού που ίδρυσαν οι πατέρες και οι παππούδες μας, να αγοράζουν καινούρια αυτοκίνητα για τους νέους διευθυντάδες, αξίας 25 χιλιάδων ευρώ έκαστο. Αυτοί, φυσικά, καπνίζουν ακριβά πούρα.

Θυμήθηκα και τους πολιτικούς μας με το θέμα των λιμουζινών. Αυτοί, φυσικά, τρώνε με χρυσά κουτάλια. Και ο λαός ο φτωχός μαζεύει αποτσίγαρα από το πεζοδρόμιο.