Βρε Σωτήρη, βρε Σωτήρη, τι καμώματα είν’ αυτά; Ποιος σου ’δωσε την άδεια να μου βγαίνεις τσάρκα ν’ αλωνίζεις τους αιθέρες με συνθήματα; Δικό σου είν’ τ’ αεροπλανάκι; Τι την πέρασες δηλαδή την παρέλαση, τσιφλίκι σου κι αντί να κάνεις τη δουλειά σου, όπως όλοι, μας τίναξες την ησυχία μας στον αέρα; Κι έτσι να ’χουμε καλό ρώτημα, μ’ εκείνο το: «Κρατήστε ψηλά το κεφάλι», σε ποιον απευθυνόσουν; Σ’ αυτούς που στημένοι, στυλιζαρισμένοι στα κουστούμια τους, βαριεστημένοι και μαχμουρλήδες παρακολουθούσαν από την εξέδρα καρτερώντας πώς και πώς να ξεμπερδεύουν; Έχει γούστο να είδες από κει πάνω τ’ αφτί κανενός απ’ αυτούς να ιδρώνει!
Σιγά! Αν πάλι το φώναξες για εκείνους τους ταλαίπωρους, άφραγκους, απελπισμένους που πήγαν -για τον όποιο λόγο- να δουν τα όπλα που πλήρωσαν με το αίμα τους, τι να σου πω; Ε, κι εμείς εδώ που κουτσά στραβά ως αυτήν την ώρα τα βολεύουμε, χαζεύαμε, έτσι για να δούμε τι στην ευχή διαθέτει η μητέρα πατρίδα κι αν θα μπορέσει να ρίξει καμιά ματιά και κατά δω - λέμε τώρα! Κι άντε και το σηκώσαμε το έρμο το κεφάλι κι εσείς κι εμείς, να το πάμε πού; Να δούμε τι; Φως; Από πού;
Τώρα, και συγγνώμη που σου το χαλάω δηλαδή, πιστεύεις πως με τετρακόσια ευρώ τον μήνα το σηκώνεις ψηλά το κεφάλι; Με χαράτσια, κοινωνικά παντοπωλεία και πείνα κατοχική τις είκοσι μέρες του μηνός, βρίσκεις στον πάτο τέτοια κουράγια; Να δουλέψουμε όλοι, σας λέει ο κάθε πολιτικάντης, για να τρώμε, λέει, κάποτε, απ’ τα δικά μας κι όχι απ’ τα δανεικά.
Για τα δανεικά κι αγύριστα των πολεμικών αποζημιώσεων που χρωστά η Γερμανία, σουτ, τζιζ, καίει! Για την ανευθυνότητα, τις εξαρτήσεις, τα διαπλεκόμενα, τις μίζες, τα λαδώματα και τα ψηλά πετάγματα εκατομμυρίων ευρώ, ουδείς λόγος! Για τον ωχαδελφισμό που οι πολιτικοί δίδασκαν για χρόνια και που τον εξαργυρώνατε μ’ εκείνο το «εγώ θ’ αλλάξω τον κόσμο;», καμία νύξη (εμ, τυχαία το λέει ο Γκάτσος μπροστά στην κρεμάλα στον Κεμάλ που ήθελε ν’ αλλάξει τον κόσμο ότι «αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ;»).
Λοιπόν, για να μην την ξεχειλώνουμε την κουβέντα, για ρίξε μια ματιά, Σωτήρη μου, στις ουρές του ΙΚΑ, όπου ξεροσταλιάζουν με τις ώρες για φάρμακα άρρωστοι, στις ουρές της Εφορίας όπου δίνουν τα τελευταία τους ψίχουλα άνεργοι για να πληρώσουν τα χαράτσια, μη βρεθούν εκτός από νηστικοί και ξεσπιτωμένοι. Κεφάλια σκυμμένα, ελπίδα να σηκωθούν, περίπου στο πουθενά. «Ανακάμπτουμε, αισιοδοξούμε, βγαίνουμε απ’ το μνημόνιο» η μια πλευρά. «Εκλογές, επιστροφή στη δραχμή» η άλλη. Εκείνο το μαυροφορεμένο φάντασμα του διχασμού το πήρε το μάτι σου πουθενά; Κάπου εδώ κάτω σεργιανάει, πού να το δεις εσύ από κει πάνω.
Ας είναι! Και για να μην είμαστε, εκτός από κουρεμένοι, κι άδικοι, η αλήθεια, μια χαρά μάς την έδωσες. Για μια στιγμή, για λίγες ώρες, έστω! Της μάνας σου η χαρά, των χωριανών σου η περηφάνια, κρατάει και θα κρατήσει. Κάτι είναι κι αυτό. Ρούφα κι εσύ τη χαρά που αποφάσισες το τόλμημα, άσε μας εμάς στον καναπέ μας κι απ’ το αεροπλανάκι σου, σαν κόβεις τις βόλτες σου, θρέφε τα όνειρά σου. Κράτα το κεφάλι ψηλά, εσύ τουλάχιστον! Εμείς την κάναμε την κραυγή σου ελπίδα. Ποτέ δεν ξέρεις! Ο καλός ο λόγος τη δουλειά του την κάνει (ο κακός να δεις!). Καλά πετάγματα παλληκάρι μου.




