Αν χρειαζόταν μια συγκλονιστική απόδειξη της τραγωδίας που βιώνει ο κυπριακός Ελληνισμός, εξαιτίας του προδοτικού πραξικοπήματος και της βάρβαρης τουρκικής εισβολής, αυτή διαζωγραφίζεται από την 32η Μοίρα Καταδρομών. Την αποφράδα ημέρα της 15ης Ιουλίου 1974, όταν ο εμφύλιος σπαραγμός κορυφώθηκε με το πραξικόπημα κατά της νόμιμης κυβέρνησης Μακαρίου, καταδρομείς της 32ης ΜΚ συμμετείχαν, κατ’ εντολήν ανωτέρων τους, στους επιτιθέμενους. Καταδρομείς της ίδιας Μοίρας ανήκαν στη μονάδα υπεράσπισης του Προεδρικού.
Υπάρχει πιο τραγική, πιο αδελφοκτόνος και πιο θλιβερή ενέργεια, αδελφός να σκοτώνει αδελφό, φίλος να πυροβολεί φίλο και καταδρομέας να επιτίθεται εναντίον συμμαχητή του; Ποιοι ήταν οι καταδρομείς της 32ης ΜΚ; Ήταν, όπως και όλοι οι κληρωτοί της τραυματικής εκείνης εποχής, 18χρονα παιδιά, που η πατρίδα τούς εκπαίδευσε, τους εξόπλισε και τους όρκισε να υπακούνε στους ανωτέρους τους, και να εκτελούν διαταγές άνευ αντιλογίας, επειδή αυτό απαιτεί η στρατιωτική πειθαρχία.
Αυτά τα αμούστακα, νεαρά παιδιά που δεν γνώρισαν τη ζωή, τα παιδιά όλων μας, στιγματίστηκαν ως «πραξικοπηματίες, φασίστες, παράνομοι, εγκληματίες, δολοφόνοι, ριψάσπιδες, επίορκοι…». Γιατί; Διότι η πολιτεία, οι κυβερνήσεις και τα κόμματά της, επιρρίπτουν σε αυτούς τους καταδρομείς τις δικές τους εγκληματικές ευθύνες, ανεπάρκειες, φιλοδοξίες, επίορκες δράσεις και ανομήματα, για να φτάσει ο κυπριακός Ελληνισμός στον διχασμό, στη διάσπαση σε μακαριακούς και γριβικούς, σε πατριώτες και φασίστες, σε δημοκράτες και πραξικοπηματίες, σε υπερασπιστές της δημοκρατίας και σε υπονομευτές της. Κυβερνήσεις και κόμματα όπως και οργανώσεις ξεσπούν με απύθμενη βιαιότητα και εξασκούν με απίστευτη βαναυσότητα σε αυτούς τους καταδρομείς όλο το μένος, το μίσος, την οργή, την εμπάθεια, τις κατάρες και τους προπηλακισμούς τους. Και οι μεγάλοι ένοχοι; Πολιτικοί, κομματικοί, αξιωματούχοι του κράτους, στρατιωτικοί; Δεν είναι αυτοί που τεχνούργησαν τον διχασμό; Δεν είναι αυτοί που εμφύσησαν τον εμφύλιο σπαραγμό;
Δεν είναι αυτοί που θυσίασαν τα όνειρα, τις προσδοκίες αιώνων, τις ελπίδες ενός ολόκληρου λαού και τους αγώνες του, στις εγωπάθειες, στις φιλοδοξίες τους ή έγιναν μίσθαρνα όργανα ξένων υπηρεσιών και κυβερνήσεων; Γιατί, μετά από 40 χρόνια, ακόμα να λογοδοτήσουν; Γιατί πολλοί όχι μόνο κυκλοφορούν ελεύθεροι αλλά κατέκτησαν -ω! της θρασύτητας και της αναισχυντίας τους- και κρατικά, κομματικά ή πολιτικά αξιώματα; Γιατί όσοι έκτισαν καριέρες πάνω στα αίματα και στα κόκκαλα όσων τους πίστεψαν και έπεσαν από αδελφικά βόλια, είναι «ελεύθεροι και ωραίοι»; Γιατί ο περιβόητος «Φάκελος της προδοσίας της Κύπρου» δεν ανοίγει για να αποδοθεί, επιτέλους, δικαιοσύνη και να μάθουμε τους πραγματικούς εγκληματίες, επίορκους και προδότες της Κύπρου; Τη δεκαετία του ’80, όλο το μένος των λεγόμενων «δημοκρατικών πατριωτικών δυνάμεων» ξέσπασε στους «62» καταδικασθέντες και θυσιασθέντες στον βωμό άθλιων και αχρείων πολιτικών και κομματικών σκοπιμοτήτων.
Σήμερα, η ίδια κομματική και πολιτική αγυρτεία ξεσπά αδίστακτη, αφρίζουσα και χολερική πάνω σε 12 καταδρομείς. Γιατί; Διότι η κυβέρνηση Αναστασιάδη, χωρίς να νομιμοποιεί ή να συγχωρεί το επάρατο πραξικόπημα, μετά από 40 χρόνια στιγματισμών, αφορισμών και υποκριτικών κραυγών μίσους, εκφράζει τον σεβασμό της σε 12 παιδιά που έπεσαν, εκατέρωθεν του τείχους του διχασμού, εκτελώντας όσα διατάχθηκαν. Τι άλλο από κρατική, πολιτική και κομματική θρασυδειλία και αγυρτεία είναι η αντίδραση, ξανά, όσων επιμένουν να λασπώνουν τους τραγικούς καταδρομείς της 32ης ΜΚ;
Οι ένοχοι του σκληρού θανάτου τους και της επί 40ετίαν καθύβρισής τους είναι εκεί έξω και κυκλοφορούν ασύδοτοι, εμπαθείς, εμφυλιοπολεμικοί και διχαστικοί, ή απεδήμησαν ατιμώρητοι. Οι νεκροί των εμφύλιων σπαραγμών δεν μπορούν να υπερασπιστούν τη θυσία τους. Εναπόκειται στους ζωντανούς, αν παραδειγματίζονται από το αρχαιοελληνικό ήθος και χρέος προς τους αλληλοσκοτωμένους, να αποδώσουν έστω και αργά τις δέουσες τιμές. Αυτό έπραξε η κυβέρνηση διά του Σ. Χάσικου και είναι η ελάχιστη αδελφική έκφραση της οδύνης μας για τον άδικο, άδικο, άδικο χαμό τους.
ΣΑΒΒΑΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ





