«Ο ποιητής και το φεγγάρι» του Γιώργη Παυλόπουλου
Λόγος ποιητικός περί θανάτου, καθώς αισθανόμαστε τον χρόνο να φεύγει, καθώς εξαίφνης εισερχόμεθα σε τόπους αναπάντεχους, σε τόπους απροσδόκητους, σε τόπους μιας παράξενης σιωπής. Καθώς αναχωρούμε για τα αλλόκοτα και μυστικά τοπία του ύπνου. Καθώς πορευόμαστε «Εις οδόν αναψυχής». Τα γράφω αυτά, καθώς εξερχόμεθα όλοι, καθώς η γενιά μου εξέρχεται, πικραμένοι φεύγουμε, για όσα μας έτυχαν σ’ αυτό τον κόσμο της φθοράς, τον τόπο της δοκιμασίας, της προσωπικής και της συλλογικής και της εθνικής. Καθώς ζήσαμε όσα ζήσαμε. Την πίκρα και την αδικία και όσα άλλα. Καθώς βιώνει ο καθένας μας τελικά τον δικό του θάνατο.
Γυρίζω στον ποιητή Γιώργη Παυλόπουλο, ένα ποιητή της ποιητικής παραλογής, με εκείνο το πένθος, με τον θάνατο, αλλά και τον έρωτα, με το φεγγάρι που μας κατέχει σ’ αυτά τα αινιγματικά και μυστηριώδη τοπία της ποίησης και του μυστικού μας βίου. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω εκείνο το εκπληκτικό ποίημα «Ο ποιητής και το φεγγάρι», από τη συλλογή «Τα Αντικλείδια», χαρισμένο στον Jorge Luis Borges. Ένα ποίημα μαγικό, ονειρικό, αινιγματικό, πολυεπίπεδο, παιγνιώδες μέσα στη θλίψη που κουβαλεί, με τα μυθικά και άλλα τοπία του θανάτου, τα αηδόνια και τα πουλιά και το φαράγγι του Άδου. «T’ άχερο του Χρόνου που πέφτει αιώνια στη θάλασσα της λησμονιάς».
Αντιγράφω λοιπόν, εκείνο το συγκλονιστικό ποίημα, που μετακυλίεται ανάμεσα στο βαρύ και το ανάλαφρο, το σκληρό του θανάτου και το τρυφερό του έρωτος, την παρουσία και την απουσία, το μαγικό και το συντριπτικό:
«Κοιμάται και το φεγγάρι τον κατέχει.
Είναι ο δρόμος μέσα στο φεγγάρι
ένα σακούλι κόκαλα και τ’ άλογο.
Είναι το τούλι τής αγάπης του
η σάρκα της ο άμμος κι η ερημιά.
Είναι το λασπωμένο πρόσωπο της Άρτεμης
κι ο Αλφειός κατεβαίνοντας ανάμεσα στ’ αηδόνια.
Είναι το φοβερό φαράγγι που κανείς δεν το πέρασε.
Είναι τ’ άχερο του Χρόνου που πέφτει αιώνια
στη θάλασσα της λησμονιάς. Είναι το αναπότρεπτο:
η τελευταία φορά που θα ιδείς το φεγγάρι χωρίς να το ξέρεις.
Και βέβαια δεν είναι τίποτα απ’ όλα τούτα.
Είναι μονάχα το ποίημα που πέρασε στον ύπνο του
και μάταια θα παλεύει να το θυμηθεί μετά
κι όταν ακόμη θα το έχει φτάσει σε τούτη τη γραφή».
Απρίλιος 1984
Έτσι μέσα στον ύπνο μας διέρχεται ο θάνατος όπως και ο έρωτας. Όπως και τα πάθη του κόσμου τούτου. Κι ο χρόνος ο αδόκητος. Κι η ώρα της εξόδου μας. Κι εκείνο το φεγγάρι που μας κατέχει, ως το άλλο, το δεσπόζον στοιχείο, αυτό της μαγείας και της ωραιότητος της νυκτωμένης ζωής μας.
Στέκομαι ιδιαίτερα σε εκείνο τον στίχο του ποιήματος, που τον ψιθυρίζω και τον ψελλίζω ξανά και ξανά: «Είναι το αναπότρεπτο: η τελευταία φορά που θα ιδείς το φεγγάρι χωρίς να το ξέρεις». Σ’ εκείνη ακριβώς τη μοναδικότητα της στιγμής. Τον οριακό χρόνο. Που σε εγκαταλείπει οριστικώς. Τον αναπότρεπτο χρόνο. Αυτή την τελευταία φορά, που δεν την ξέρεις. Γιατί η στιγμή έχει το δικό της μοναδικό και ανεπανάληπτο βάρος. Όπως και όλη μας η ζωή. Όπως κι η ύπαρξίς μας. Καθώς ο καθένας μας είναι μια παρουσία μοναδική και ανεπανάληπτη μέσα στον κόσμο, για να θυμηθούμε τον Kierkegaard. Σκέφτομαι, έτσι, πως τελικά μια μονάχα στιγμή είναι όλη μας η ζωή μας. Που όμως μας εισάγει εντέλει στον άλλο τόπο, τον μυστικό, μας εισάγει στην αιωνιότητα.
Έτσι διερχόμεθα, με το φεγγάρι να μας κατέχει, με το τούλι της αγάπης μας, τ’ αηδόνια, τα νερά, τη θάλασσα, με τον χρόνο που μετακυλίεται τελικά στα τοπία της λήθης. Μέσα από αυτό το αινιγματικό και το παιγνιώδες και το μυστικό και το ακατανόητο. Με τα τοπία που μας συνέχουν, που μας συνοδεύουν και μας ακολουθούν. Ώς το τέλος. Με το κρυπτικό φως του φεγγαριού. Μέσα στον ύπνο μας. Έτσι απαλά και μυστικά. Και τρυφερά εντέλει.
Να ο λόγος τής παραμυθίας της ποίησης, σκέφτομαι και πάλι. Λόγος ιαματικός και τρυφερός, που μας συνοδεύει έως την έξοδο.
ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
Τα ακίνητα της εβδομάδας




