Αυτό που στην ουσία διαφαίνεται μέσα από τη σημερινή διπλωματική και στρατιωτική κρίση που περνά η Κύπρος είναι η αδυναμία μας ως Κράτος, πρώτον, να διαχειριστούμε ορθά μια τέτοια κρίση και, δεύτερον, η αδυναμία ως προς την αξιοποίηση νέων στρατηγικών εργαλείων, τα οποία θα μας οδηγήσουν εκτός αδιεξόδου στο διαπραγματευτικό επίπεδο. Ο πιο βασικός πυλώνας όμως κάθε στρατηγικής είναι ο τελικός στόχος ή το ποθητό αποτέλεσμα της πολιτικής που θα εφαρμόσουμε.
Στο κυπριακό πρόβλημα, όπως διαμορφώθηκε και μετεξελίχθηκε διά μέσου των χρόνων υπήρχε ένα βασικό πρόβλημα: αυτό της «αποκέντρωσης» του προβλήματος, δημιουργώντας έτσι σοβαρό πρόβλημα ως προς την ύπαρξη μιας ενιαίας εθνικής γραμμής, είτε μεταξύ των κομμάτων, είτε εννοώντας μια ενιαία πολιτική γραμμή που θα εφάρμοζαν διαχρονικά οι εκάστοτε Κυβερνήσεις.
Βέβαια, η απουσία σημαντικών συστατικών πολιτικών στοιχείων πηγάζει μέσα από την ελλειμματική και προβληματική δομή το ίδιου του Κυπριακού Συντάγματος, το οποίο δημιουργεί κενό ως προς τον χαρακτήρα της «αυθυπόστατης πολιτικής εξουσίας», δηλαδή στην πολιτική εξουσία εκείνη η οποία νομικά δεν υπάγεται στην επιρροή ή στην κυβέρνηση άλλου κράτους.
Πέραν τούτου, το ίδιο το Σύνταγμα πάσχει από γεωγραφική κατανομή (territorium), την ίδια ώρα που στηρίζεται πάνω σε μια μορφή διοικητικής ομοσπονδίας και λογικά θα έπρεπε να υπήρχε ξεκάθαρη κατανομή του εδάφους. Με βάση το Διεθνές Δίκαιο, το έδαφος αποτελεί βασικό συστατικό για την ύπαρξη και αναγνώριση Κράτους. Ο Helsen έχει χαρακτηρίσει το έδαφος ως «η σφαίρα που καθορίζει την έκταση ισχύος της κρατικής έννομης τάξεως».
Η προβληματική προσέγγισης και ορθής επίλυσης του Κυπριακού πηγάζει μέσα από το ίδιο το Σύνταγμα του 1960, το οποίο δεν προνοεί ενιαίο κράτος. Τουναντίον, η σύνθετη μορφή του, ο διπεριφερειακός του χαρακτήρας και οι χωριστές νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές εξουσίες δημιουργούν σοβαρά προβλήματα συνταύτισης και καθημερινής συνεννόησης.
Με άλλα λόγια, αποτελεί τη βάση για τον διζωνικό χαρακτήρα του Κυπριακού, έννοια η οποία προέρχεται μέσα από τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου, καθώς κα μέσα από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (μέχρι τη στιγμή του Σχεδίου Ανάν δεν υπήρχε συγκεκριμένη εννοιολογική συγκρότηση. Το Σχέδιο Ανάν αποτελεί τη συγκρότηση της ιδέας της διζωνικότητας).
Οι συζητήσεις για επίλυση του κυπριακού προβλήματος στη βάση της διζωνικότητας είναι ουτοπική και ανέφικτη, αφού οι πρακτικές δυσκολίες είναι τεράστιες, χωρίς να υπάρχουν μέχρι στιγμής συγκλίσεις με την τουρκική πλευρά. Πέραν τούτου, οι δύο περιοχές («πολιτείες» ή «επαρχίες») θα πρέπει να έχουν σαφή γεωγραφικό καθορισμό και επίσης τα θέματα ασφαλείας, με τον ρόλο που διαδραμάτισαν στο παρελθόν οι εγγυήτριες δυνάμεις, θέτουν σοβαρά ερωτήματα ως προς τη λειτουργικότητα μιας τέτοιας λύσης.
Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι μια σοβαρή και ρεαλιστική επαναπροσέγγιση του Κυπριακού στη βάση των Θεμελιωδών Αρχών και των Δικαιωμάτων των Κυπρίων πολιτών, μακριά από μοντέλα και πρότυπα υψηλής επικινδυνότητας, που οδηγούν τον τόπο σε επικίνδυνες ατραπούς (π.χ. η σημερινή στρατιωτική κρίση).
Από τη μια θα πρέπει να τοποθετηθεί το πρόβλημα στην ορθή του βάση, δηλαδή ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Από την άλλη, θα πρέπει να προσεγγιστεί από άλλη φιλοσοφική σκοπιά και να τεθούν στο τραπέζι εναλλακτικές στρατηγικές όπως, για παράδειγμα, αυτή του ενιαίου κράτους, δηλαδή ενός απλού και κυρίαρχου κράτους, αναλογικά και δημοκρατικά κατανεμημένου (μόνο για διοικητικούς σκοπούς) με απευθείας υπαγωγή στα κεντρικά νομοθετικά, εκτελεστικά και νομικά όργανα.
ΑΝΔΡΕΑΣ Ν. ΜΑΣΟΥΡΑΣ
Αντιπρόεδρος Κινήματος Οικολόγων




