Επιμένω ότι ήταν η Δημόσια Υπηρεσία γενικά που έστησε την Κυπριακή Δημοκρατία μετά την Ανεξαρτησία, όταν όλοι, ντόπιοι και ξένοι, θεωρούσαν μη βιώσιμο το λιλιπούτειο κράτος με το αμφιλεγόμενο σύνταγμά του και σε ένα χώρο άκρατης προστασίας στις διεθνείς συναλλαγές. Υπενθυμίζω μόνο την τεράστια φυγή ατόμων και κεφαλαίων προς το εξωτερικό στα πρώτα χρόνια μετά το 1960. Η έκθεση ειδικής αποστολής του Προγράμματος Αναπτύξεως των Ην. Εθνών, που επισκέφθηκε την Κύπρο την εποχή εκείνη, αναφέρει παραστατικά ότι «η οικονομία φαίνεται να κινείται πάνω σε έναν κατηφορικό και μάλλον ανώμαλο δρόμο».
Ακολούθησαν στη συνέχεια δυο οικονομικά θαύματα, ένα πριν κι ένα μετά την τουρκική εισβολή, παρά την ανώμαλη πολιτική κατάσταση που επικράτησε όλην αυτήν την περίοδο. Στην αρχή ήταν η θεαματική απογείωση της οικονομίας προς αειφόρο ανάπτυξη και μετά η ταχεία επαναδραστηριοποίησή της στις ελεύθερες περιοχές, παρά τα τεράστια πλήγματα που επέφερε ο Τουρκικός Αττίλας. Πρωταγωνιστής σ’ αυτά τα επιτεύγματα και μέχρι να αναλάβουν πλήρως τα ηνία τα κόμματα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ήταν η Δημόσια Υπηρεσία.
Ακόμη κι η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., που θεωρείται από μερικούς κομματάρχες σαν το μεγάλο επίτευγμα κάποιων πολιτικών, στηρίχθηκε στην προηγηθείσα τεχνοκρατική συμφωνία Τελωνειακής Ένωσης Κύπρου-ΕΟΚ του 1988, όπως συνάγεται από τη θετική γνωμοδότηση της Επιτροπής στην αίτηση για ένταξη στην Κοινότητα το 1993: «Όσον αφορά την οικονομική πλευρά, η Γνωμοδότηση κατέδειξε ότι, ενόψει της προόδου που έγινε μέχρι τώρα αναφορικά με την Τελωνειακή Ένωση, η υιοθέτηση του κοινοτικού κεκτημένου από την Κύπρο δεν θα αντιμετωπίσει ανυπέρβλητα προβλήματα». Ασφαλώς θα πρέπει να αποδοθεί δίκαιος έπαινος στις Κυβερνήσεις Κύπρου κι Ελλάδας, που χειρίστηκαν αργότερα την ένταξη ξεπερνώντας την προϋπόθεση που η Γνωμοδότηση έθετε, ήτοι την επίλυση του Κυπριακού.
Δυστυχώς, δεν μπορώ να πω τα ίδια και για τις επιδόσεις στη συνέχεια. Τα κόμματα την τελευταία εικοσιπενταετία εργάστηκαν τυχοδιωκτικά, χωρίς πρόγραμμα, ορμώμενα από τις κοσμοθεωρίες τους, αλλά πρωτίστως προς ικανοποίηση των οπαδών τους. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο αφαίρεσαν όλες τις βασικές εξουσίες και πρωτοβουλίες από τη δημόσια υπηρεσία, ενώ επενέβησαν ασύστολα στις προσλήψεις, τις προαγωγές, τις τοποθετήσεις των δικών τους ανθρώπων, όχι κατ’ ανάγκην των καλύτερων.
Από την άλλη, καμιά ριζική αναδιοργάνωση δεν έγινε για βελτίωση της λειτουργικότητας και αύξηση της παραγωγικότητας στον δημόσιο τομέα, παρόλο που από τη δεκαετία του 1960 έγιναν ολοκληρωμένες μελέτες για την οργάνωση και τις μεθόδους λειτουργίας του.
Το Δεύτερο Πενταετές Σχέδιο Ανάπτυξης, 1967-1971, ανέφερε τις αλλαγές που έπρεπε να γίνουν επειγόντως, όπως την απελευθέρωση των διευθυντικών στελεχών από τα καθήκοντα ρουτίνας και τη μεταβίβασή τους σε κατώτερα στελέχη, ώστε να ασχοληθούν περισσότερο με θέματα πολιτικής και προγραμματισμού, την εξάλειψη της γραφειοκρατίας και των πεπαλαιωμένων διαδικασιών, την εμφύσηση στην υπηρεσία επιχειρηματικού πνεύματος και την εισαγωγή σύγχρονης μηχανογράφησης των εργασιών, γι' αύξηση της αποδοτικότητας. Δυστυχώς χρειάστηκε η Τρόικα να μας θυμίσει τι έπρεπε να είχαμε κάνει τόσα χρόνια.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, όλοι, με πρωταγωνιστές τα κόμματα, στρέφονται εναντίον των δημοσίων υπαλλήλων με την ευκαιρία της παρούσας κρίσης, ψάχνοντας να βρουν εξιλαστήρια θύματα ή αποδιοπομπαίους τράγους, για να φορτώσουν σ’ αυτούς τον λογαριασμό της κακοδιακυβέρνησής τους. Η κατάσταση μοιάζει με ένα ναυάγιο, κατά το οποίο ο Κυβερνήτης του πλοίου απεκδύεται όλων των ευθυνών κι επιρρίπτει όλη την ευθύνη στους ναύτες του.
Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις ήταν η αντίδραση σχεδόν όλων των κομμάτων στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σχετικά με την αντισυνταγματικότητα του Νόμου περί Συντάξεων Κρατικών Αξιωματούχων (Γενικές Αρχές) του 2011 (Ν.88(Ι)/2011). Μίλησαν όλοι πολύ απαξιωτικά για όσους «χωρίς ντροπή» προσέβαλαν στη Δικαιοσύνη το Νόμο αυτό, ενώ εξήγγειλαν την ετοιμασία άλλης νομοθεσίας, που να είναι συνταγματική ή ακόμη και την αλλαγή του ίδιου του Συντάγματος, εάν τούτο είναι ανέφικτο!
Τα αισθήματα και τις διαθέσεις έναντι των συνταξιούχων δημόσιων λειτουργών που συνεχίζουν να απασχολούνται κάπου στα δημόσια κι όχι μόνο επέδειξαν τα κόμματα με την ψήφιση του Νόμου αυτού. Εφόσον παίρνει αμοιβή για τις νέες του υπηρεσίες, η σύνταξη που κέρδισε αναστέλλεται αυτόματα, χωρίς καν να εξεταστούν οι ειδικές οικονομικές συνθήκες του.
Εάν προεκτείνουμε το σκεπτικό αυτό σε ανάλογες περιπτώσεις στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, τότε θα βρεθούμε προ πολλών αδιεξόδων: γιατί μόνο το εισόδημα που δικαιούται να έχει ο συγκεκριμένος συνταξιούχος δημόσιος λειτουργός από νόμιμες πηγές καθορίζεται με Νόμο. Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει με άλλους συνταξιούχους δημόσιους υπαλλήλους που δραστηριοποιούνται στον ιδιωτικό τομέα ή τους βουλευτές, οι οποίοι πέραν των ωφελημάτων για το βουλευτικό αξίωμα μπορούν να έχουν και τα δικά τους επαγγελματικά γραφεία.
Με το ίδιο σκεπτικό, εφόσον κάποιος ιδιώτης συνταξιούχος κέρδισε κάποιο καθορισμένο εισόδημα σε μια χρονική περίοδο, κανονικά δεν θα ΄πρεπε να δικαιούται να προχωρήσει πάρα κάτω ή θα ΄πρεπε να επιστρέψει το επιπλέον για κάποιον άλλον που έχει περισσότερη ανάγκη. Για ποια κοινωνική τάξη, εκτός από τους λήπτες δημοσίου βοηθήματος, σε ελεύθερο κοινωνικοοικονομικό σύστημα καθορίστηκε με Νόμο το επίπεδο διαβίωσής της;
Εάν εκείνο που ενοχλεί είναι το ύψος της σύνταξης που κέρδισε ή της αμοιβής για τη νέα υπηρεσία του συνταξιούχου δημόσιου λειτουργού, τότε να ρυθμιστούν αυτά από την αρχή.
ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




