Άντε τώρα να πεις πως δεν τα ψυλλιαζόσουνα όσα γίνονταν χρόνια στη νήσο των Αγίων, τη μακαρία τη γη και να βρεθεί ψυχή να σε πιστέψει. Εδώ, κατά βάθος δεν… σε πίστευες ούτε κι εσύ. Και στα δαγκώματα των ψύλλων απλώς ξυνόσουνα κι έλεγες «μπα, δεν γίνονται τέτοια πράματα». Ότι τάχα σουλατσάρουν στα γαλανά τα πελάγη εκατομμύρια που καταλήγουν σε ζεστές αγκαλιές «εις την αλλοδαπήν», σώα και αβλαβή, εξασφαλίζοντας «βίον ευρώσπαρτον και ευτυχή» -για να παραφράσουμε την ευχή- στους μιζαδόρους και τα λαμόγια που τα τσέπωναν αλληλοπροστατευόμενοι. Κι επειδή, ό,τι εσύ δεν θα μπορούσες να κάνεις δεν πίστευες πως κάποιος άλλος θα το ’κανε, άφηνες όσα άκουγες να κοιμούνται μαζί σου τον ύπνο του δικαίου. Και βρέθηκες άξαφνα -μ’ όσο μερίδιο ευθύνης σου αναλογεί για το ξεπουπούλιασμα- να μετράς τις κατακεφαλιές μία-μία, κάθε μέρα, ούτε ο Μέσι τέτοια επίδοση.

Τι φιλανθρωπικές συναυλίες κι εκδηλώσεις που μόνο φιλανθρωπικά ιδρύματα δεν στήριζαν, τι μίζες για οικόπεδα που μ’ ένα χέρι μαγικό αβγάτιζαν, ακριβώς όπως ο παλιός Κεφαλλονίτης παπάς, τα δώδεκα ευαγγέλια τα ’βγαζε δεκατρία κατά το σκωπτικό άσμα, τι αποχετευτικά που έγιναν καταβόθρες «ευρωπουλακίων», τι φάκελοι με κομπίνες που χάνονταν, τι εκπορνεύσεις και βιασμοί, τι αστυνομικοί παιδόφιλοι, τι εκβιασμοί σ’ απελπισμένους έφηβους που ψάχνουν μες στο παγωμένο γυαλί τη ζεστή γονεϊκή ή φιλική παρουσία. Έγκλημα και τιμωρία; Χα!!! Τον καιρό του Ντοστογέβσκι θαρρείς πως ζούμε;

Δώστε κι άλλες, παιδιά, βαράτε, η κούτρα, τέτοια που είναι, αντέχει. Α, και μην ψάχνεις σωτηρία ούτε με κιάλια. Από πού την περιμένεις; Από το κράτος που οι κορυφές του καταβρόχθιζαν τα πάντα και το γλεντούσαν σε ροζ ναούς του πληρωμένου έρωτα; Μουδιασμένα αντιδρούμε -και τι να κάνουμε, έτσι που τα καταφέραμε;- όταν οργώνουν τα οικόπεδά μας στη θάλασσα - στη γη προηγήθηκαν πολύ πιο πριν. Μελετάμε μέτρα! Μείναμε ο αδύναμος κρίκος, αφού πενήντα τόσα χρόνια όλοι κοιτάγανε την πάρτη τη δική τους και των «δικών τους».

Και δεν ξέρεις τι θα σου φέρει η άλλη μέρα, «τι τέξεται η επιούσα», για όσους θυμούνται ακόμα τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Της ποιας; Εκλιπούσα, όπως και για κάποιους και με τον φόβο να γίνει για όλους, η Κυπριακή Δημοκρατία. Που, έχοντάς τη γραμμένη, οι ισχυροί την κλοτσοκοπάνε, όταν δεν απαξιούν ν’ ασχοληθούν μαζί της. Και σε ζώνουν τα φίδια, τώρα πια, έστω! Βρε, μπας και τους βόλευε που εγώ το χάπατο δούλευα μια ζωή και τους ψήφιζα τάχα για το καλύτερο; Κι η απαξίωση της κάλπης έδωσε τελικά δύναμη στους δυνατούς που θέλουν συντήρηση της δύναμής τους και μπάτσο στους αδύνατους, που μάχονται για λίγη δύναμη. Χάπατο θα ’μαι μια ζωή, να με καταπίνουν μια μπουκιά τα βαθιά λαρύγγια της απατεωνιάς, της κλεψιάς, της ρεμούλας;

Τώρα; Τι γίνεται τώρα; Απελπισμένος πας πάλι πίσω και αναφωνείς: «Φέξε μου και γλίστρησα», κραυγή απαραίτητη σ’ άλλους σκοτεινούς καιρούς, στην αναζήτηση μονοπατιού. Γιατί, αυτοί που ζούμε, λάμπουν; Τεχνητά, ναι. Φως στο βάθος της σήραγγας βλέπει κανείς; Αληθινό όμως, όχι ψεύτικο, όπως αυτή η ζωή φούσκα που μας θαμπώνει χρόνια τώρα, τρομάρα μας! Αληθινό φως βλέπεις πουθενά; Ναι, ρούφα κι έρχεται!!

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ