Δεκαοχτώ του Οκτώβρη. Γιορτή του Αγίου Λουκά. Γιόρταζε η ενορία του φίλου μου του Αντρέα και η ομώνυμη εκκλησία στην καρδιά του τουρκομαχαλά.

Ντυθήκαμε, όλη η οικογένεια, πρωί-πρωί και ξεκινήσαμε για τον Άι-Λουκά. Περάσαμε το Λουτρό του Τταντή και μπήκαμε στον τουρκομαχαλά. Μαζί μας και πολλοί άλλοι Αϊ-Κασσιανίτες, Καϊμακλιώτες, Παλλουριωτίτες. Καταλάβαμε ότι πλησιάζαμε στην εκκλησία, γιατί αρχίσαμε να βλέπουμε ελληνικές οδούς. Πρώτα την οδό Πλαταιών. Ύστερα την οδό Λουκιανού, αριστερά προς την Αποστόλου Λουκά, μετά δεξιά προς την Κορίνθου (να η εκκλησία, κάνουμε τον σταυρό μας) και τέλος η οδός Φρίξου.

Αρκετά τετράγωνα προτού φτάσουμε στην εκκλησία ακούστηκε στεντόρεια η φωνή του δεσπότη. Στην εκκλησία κόσμος πολύς. Καταφέραμε και τρυπώσαμε. Εγώ δεν έβλεπα τίποτε. Κοντός όπως ήμουνα, έβλεπα μόνο τα πόδια των μεγάλων και γυρνούσα το κεφάλι προς τα πάνω για να πάρω αέρα.

Άρχισα να δυσανασχετώ, βλέποντας όμως το κατανυκτικό ύφος της γιαγιάς, δεν τόλμησα να πω τίποτε. Επιτέλους η λειτουργία τέλειωσε και άρχισε η λιτανεία. Οι κωδωνοκρουσίες δημιουργούσαν μια πολύ συγκινητική ατμόσφαιρα.

Σταθήκαμε στη σειρά για να περάσουμε κάτω από την εικόνα του Αγίου, και βλέποντας τη γιαγιά να σιγοψιθυρίζει, έσκυψα κι εγώ και ήμουν έτοιμος να προσευχηθώ για κάτι. Και ξαφνικά βλέπω δυο πόδια γνώριμα. Μαύρα από τον ήλιο, μάταια προσπαθούσαν να χωρέσουν σ’ ένα ζευγάρι παπούτσια ρούχινα, απ’ αυτά που φορούσαμε στη γυμναστική. Όμως τα παπούτσια, είτε δεν ήταν δικά του ή ήταν δικά του και του μίκρυναν.

Γιατί και τα δυο ήταν σχισμένα μπροστά, και από κάθε παπούτσι εξείχε αγέρωχο το μεγάλο δάκτυλο του κάθε ποδιού. Θεώρησα περιττό να κοιτάξω το πρόσωπο του φίλου μου του Αντρέα. Γιατί αυτός ήταν. Ο Αντρέας ο συμμαθητής μου. Ξανακοίταξα τα δάκτυλα που εξείχαν από τα παπούτσια και προς στιγμή, μου ήλθε να πιάσω τα γέλια. Κοιτάζοντας όμως προς τα πάνω, μετάνιωσα γιατί -ακριβώς την ώρα που περνούσαμε κάτω από την εικόνα- είδα τον Αντρέα να κάνει τον σταυρό του και να σιγοψιθυρίζει: «Άι-Λουκά μου… Κύπρος… Ελλάδα… μάνα μας… Ένωση… Λαμπάδα…»

Προχωρούσαμε γύρω στην αυλή της εκκλησίας, και από τα μπαλκόνια των γειτονικών σπιτιών βγαίνανε γυναίκες και σταυροκοπιόντουσαν. Ελληνίδες ήταν; Τουρκάλες ήταν; Δεν ξέρω. Πάντως η γιαγιά έλεγε ότι πολλοί Τούρκοι από τον Άι-Λουκά πίστευαν στον Άγιο. Όχι στον Χριστό. Στον Άγιο Λουκά μόνο, και στον Μωάμεθ. Μωαμεθανοί Αϊ-Λουκατίτες…

Τέλειωσε και η λιτανεία και ζητήσαμε άδεια από την οικογένεια να πάμε ν’ αγοράσουμε πράγματα από τα κιόσκια του πανηγυριού. «Χρήματα έχετε;» ρωτά η γιαγιά. Εγώ είχα ένα σελίνι που μου είχε δώσει η νονά μου στα γενέθλιά μου. Ο αδελφός μου είχε δυο σελίνια και τα ξόδεψε στο καζαντί.

Εμένα η προσοχή μου στράφηκε σε κάτι πένες που γράφανε, λέει, χωρίς να τους βάζεις μέσα μελάνι. Θαύμα σου λέω. Μέχρι τότε υπήρχαν μόνο οι απορροφητικές πένες που κάθε τρεις-τέσσερις μέρες έπρεπε να τις γεμίζεις με μελάνι.

Προνοητικός, όπως πάντα, και ενόψει του γεγονότος ότι από την τρίτη τάξη αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε πένα -πρώτη και δεύτερη τάξη χρησιμοποιούσαμε μολύβι- αποφάσισα να αγοράσω ένα «στυλό διαρκείας». Έτσι ονομαζόταν η θαυματουργή αυτή πένα. Ήταν αγγλικής προελεύσεως, μάρκας Μπιρό.

Έδωσα το σελίνι, πήρα την πένα, έβγαλα από το στήθος μου το χαρτάκι του εράνου και δοκίμασα την πένα να δω αν έγραφε. Ενθουσιάστηκα από το αποτέλεσμα και έτρεξα να τη δείξω στη γιαγιά.

Τη βρήκα σ’ ένα κιόσκι που πουλούσε σουτζούκο και παζάρευε με τον πωλητή. Δέκα σελίνια έλεγε ο πωλητής, πέντε έλεγε η γιαγιά. Τελικά κατέληξαν στα εφτά. Πάλι νίκησε η γιαγιά.

Έβαλε στο στόμα ένα κομμάτι σουτζούκο και -τι το ήθελα- άρχισα να της εξηγώ τα περί μαγικής πένας που γράφει χωρίς να της βάζεις μελάνι. Γουρλώνει τα μάτια η γιαγιά, βήχει για να καθαρίσει το λαρύγγι της από τον σουτζούκο που της στάθηκε στο λαιμό, μ’ αρπάζει από το χέρι και μου λέει: «Πού είναι αυτός ο απατεώνας; Άκουσε κει πένες που γράφουν χωρίς μελάνι. Βρήκαν το μωρό και το γέλασαν».

Πάμε στον πωλητή των «μαγικών πενών», βάζει τα χέρια στη μέση η κυρία Παρασκευού και του λέει: «Δεν ντρέπεσαι βρε, να ξεγελάς τα μωρά και να τους παίρνεις τα σελίνια τους; Δώσε αμέσως το σελίνι να μη σου φέρω την αστυνομία», και πέταξε την πένα στον πάγκο του φτωχού ανθρώπου, ο οποίος μας έδωσε πίσω το σελίνι για ν’ αποφύγει τα ρεζιλίκια.

Όταν την άλλη μέρα το μισό σχολείο κρατούσε με καμάρι από μια πένα μπιρό, έκαμα μια βδομάδα να ξαναμιλήσω στη γιαγιά.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΡΓΑΤΟΥΔΗΣ
Από το βιβλίο του «Οδός Αυτοκρατείρας Θεοδώρας» (εξαντλημένο),
Πρώτο βραβείο Ελληνικού Πνευματικού Ομίλου Κύπρου,
για παιδικό νεανικό πεζογράφημα, 1995.