Η τρέχουσα σύγκρουση μεταξύ ακραίου Ισλάμ (τζιχαντιστών) και Δύσης θεωρείται από πολλούς ως απόδειξη της θεωρίας του Samuel Huntington περί της «σύγκρουσης των πολιτισμών» (1993). Ότι, δηλαδή, η ρίζα του μίσους των τζιχαντιστών εναντίον της Δύσης και οι ακραίες μέθοδοι που χρησιμοποιούν, βρίσκονται στο Κοράνι και στις διδασκαλίες του Μωάμεθ, που επιβάλλουν έναν πολιτισμό και έναν τρόπο ζωής και συμπεριφοράς, εντελώς διαφορετικό και πλήρως ασύμβατο με τον αντίστοιχο Δυτικό. Η θεωρία του SH δημιούργησε επίσης την εντύπωση ότι, σε αντίθεση με τις συγκρούσεις που έχουν αίτια οικονομικά, ιδεολογικά, πολιτικά κ.τ.λ., οι συγκρούσεις που πηγάζουν από πολιτισμικές διαφορές θα είναι πιο βίαιες και πιο σκληρές, ανάλογες με αυτές που γίνονται στο ζωικό βασίλειο ανάμεσα σε ζώα διαφορετικών φυλών.
Ο Παναγιώτης Κονδύλης, λίγο μετά τη δημοσίευση της θεωρίας του SH, τη σχολίασε σε ένα πολύ σύντομο αλλά εξαιρετικά περιεκτικό άρθρο, διατυπώνοντας μια διαφορετική άποψη για τα βαθύτερα αίτια των συγκρούσεων γενικά. Παρακάτω γίνεται μια προσπάθεια σύνοψης μερικών ιδέων του Π. Κονδύλη.
Είναι γεγονός ότι και μόνο η ύπαρξη ενός άλλου πολιτισμού αποτελεί πηγή έντασης και προστριβών, αφού δείχνει ότι αυτό που ο ένας πολιτισμός θεωρεί ως απόλυτη αλήθεια δεν είναι παρά σχετικό. Όμως, αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να οδηγήσει σε ακραία σύγκρουση. Άλλωστε, πολλές ακραίες συγκρούσεις έγιναν στο πλαίσιο του ίδιου πολιτισμού, όπως εμφύλιοι πόλεμοι και όχι μόνο. Επιπλέον, η ένταση που δημιουργείται από την αντιπαράθεση της απόλυτης αλήθειας του ενός πολιτισμού με την απόλυτη αλήθεια κάποιου άλλου, μεταβάλλεται σε έχθρα και μίσος μόνο όταν θεωρηθεί πως η εξάπλωση των αξιών του δεύτερου πολιτισμού στην «περιοχή» του πρώτου θα επιφέρει απτές, υλικές δυσμενείς επιπτώσεις.
Αν οι διαφορετικοί πολιτισμοί εμπεριείχαν στον πυρήνα τους το μίσος και την έχθρα εναντίον άλλων διαφορετικών πολιτισμών, τότε οι συγκρούσεις μεταξύ τους θα ήταν αδιάκοπες, πράγμα που ιστορικά δεν έγινε. Εξάλλου, οι πολιτισμικές διαφορές μπορεί να καταλήξουν σε σύγκρουση μόνον όταν ο κάθε πολιτισμός έχει συγκροτηθεί σε πολιτική «ομάδα», η οποία επιδιώκει πολιτικούς σκοπούς (συμφέροντα). Υπό κανονικές συνθήκες, οι πολιτικοί σκοποί και κυρίως όσοι αφορούν ζωτικά συμφέροντα έχουν προβάδισμα έναντι των πολιτισμικών. Οι πολιτισμικές διαφορές (ή και οι όποιες άλλες, π.χ. ιδεολογικές) προβάλλονται μόνον όταν αυτό κρίνεται σκόπιμο, προκειμένου να ενισχυθεί η επιδίωξη πολιτικών σκοπών. Αντίστροφα, παραμερίζονται όταν συγκρούονται με ζωτικά πολιτικά συμφέροντα. Για παράδειγμα, η Ιαπωνία δεν ρυθμίζει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την Κίνα με βάση την πολιτισμική συγγένεια, ούτε η Ταϊβάν με την Κίνα. Ακόμα, πολλοί Άραβες συνεργάζονται με τη Δύση (τους άπιστους) για την εξόντωση των ομοθρήσκων τους ακραίων ισλαμιστών.
Το προφανές ερώτημα που τίθεται είναι, γιατί σήμερα που η επαφή μεταξύ κρατών, εθνών και πολιτισμών έχει φτάσει σε έναν βαθμό πρωτοφανή στην ιστορία, ακριβώς τώρα να «παρουσιάζεται» η μεγαλύτερη σε ένταση σύγκρουση μεταξύ Ισλάμ - Δύσης;
Η απάντηση είναι ότι ο τονισμός της πολιτισμικής διαφοράς, τόσο από το Ισλάμ όσο και από τη Δύση, εξυπηρετεί την επιδίωξη πολιτικών σκοπών που σχετίζονται με την εξασφάλιση ζωτικών συμφερόντων μέσα στη διαμορφούμενη παγκόσμια κοινωνία, όπου ήδη αρχίζει ένας ανελέητος αγώνας κατανομής των πεπερασμένων «αγαθών».
Για όποιον ενδιαφέρεται, το πλήρες άρθρο του Π. Κονδύλη βρίσκεται στην ιστοσελίδα
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΖΙΡΚΩΤΗΣ
Τα ακίνητα της εβδομάδας




