Κάθομαι και γράφω για την ποίηση και επιστρέφω στους παλιούς μου φίλους, στα ποιήματά τους γυρίζω που άλλοτε αγαπήσαμε. Αντιγράφω, έτσι, ένα ποίημα του κεκοιμημένου πλέον φίλου μου ποιητή Πάνου Θασίτη, από το Μόλυβο της Λέσβου, με καταγωγή από τα Μοσχονήσια της Μικρασίας, που έζησε τη ζωή του στη Θεσσαλονίκη. Ποιητής της Α΄ Μεταπολεμικής Γενιάς ο Πάνος Θασίτης, καθώς πέρασε κατά τη νεότητά του από τον Άη-Στράτη και τη Μακρόνησο, κουβαλούσε διά βίου εντός του εκείνο το ματαιωμένο όνειρο της ιστορίας και τις συνακόλουθες πληγές του εθνικού και εμφύλιου πάθους.

Για τα πουλιά μιλά, στο ποίημά του, και για τους ίσκιους και τους τάφους των αθώων της ιστορίας. Τίτλος του, «Ο σοβάς», από τη συλλογή Πράγματα 2 - Αριθμοί, του 1962. Είμαστε πια στη μετεμφυλιακή εποχή, όλοι πια έχουν αποσυρθεί, οι αθώοι έχουν φύγει, όσοι πολέμησαν έχουν λησμονηθεί. Έμεινε μόνο μια άλλη επιφάνεια πραγμάτων, γι’ αυτό και ο τίτλος της συλλογής Πράγματα 2, τα καινούργια προσωπεία, οι άλλοι πλέον άνθρωποι της εξουσίας και της δυνάμεως, να επικαλύπτουν με τα ψεύδη τους την άλλη αλήθεια της ιστορίας.

Μια διαδρομή που τη ζήσαμε ξανά και ξανά κι εμείς εδώ στην Κύπρο. Για να φτάσουμε σ’ εκείνες της «Τράπεζες Συναλλαγών», που θα έλεγε ο Αναγνωστάκης, με τους αλλοτριωμένους ανθρώπους και την εξορία και την εξόντωση της αθωότητος. Γι’ αυτήν την αθωότητα που έφυγε πια, που απέδρασε για τους άλλους τόπους, γράφει ο ποιητής Πάνος Θασίτης.

«Σώριασαν τα χαρτιά
επάνω στα χαρτιά
λόγια και λόγια
στα λόγια
τις παλιές σκεπάσαν
με καινούριες μάσκες
με άλλον ασβέστη
τον ασβέστη.
Είπαν φωλιές
τους τάφους των πουλιών,
ψηλά σκορπίσαν τα φτερά τους
κι είπαν - φωνάζαν - πως είναι
πουλιά
οι άδειοι ίσκιοι.
Μόνο τ' αγάλματα
μείναν αγάλματα
δείχνουν ποιοι είμαστε
μας παίρνουν, αμίλητοι άγγελοι,
τις νύχτες στα φτερά τους.»

Πρόκειται για ένα κείμενο της μετεμφυλιακής θλίψης, που αναφέρεται στη διαστροφή της ιστορίας, ένα ποίημα που μας μιλά αλληγορικώς για τη λήθη, την εξόντωση όσων επιμένουν να ενθυμούνται, για την εμπειρία της ματαίωσης, για τα ψεύδη που μας σκεπάζουν, για την αντιστροφή των πάντων. Την απάτη που μας περιβάλλει. Μέσα στο απατηλό πέπλο της ιστορίας τελούμε όλοι, στο δίκτυ αυτό που μας σκοτώνει και μας εξοντώνει, που επικαλύπτει ως ασβέστης τις πληγές μας. Αυτά σκέφτομαι, μέρες που ’ναι, με την πατρίδα μας να λεηλατείται από τα ψεύδη και την απάτη των δειλών. Με τον βιασμό της ιστορίας. Με τον χλευασμό του έρωτος της πατρίδος. Με την ειρωνεία. Με την ειρωνική ένταξη και κατάταξη στον τόπο της γραφικότητος όσων επιμένουν στη μνήμη. Κι όμως σε πείσμα όλων αυτών,

Μόνο τ' αγάλματα
μείναν αγάλματα
δείχνουν ποιοι είμαστε
μας παίρνουν, αμίλητοι άγγελοι,
τις νύχτες στα φτερά τους.»

Να, ο άλλος, εντέλει τόπος. Ο τόπος της μετα-ιστορίας. Ο τόπος της απόδρασης και της διαφυγής και καταφυγής. Και πάλι οι άγγελοι. Μαζί με τα πουλιά. Με εκείνα τα φτερά της ανάβασης και ανάληψης και ανάστασης. Σκέφτομαι με όλα αυτά πως ο λόγος των ποιητών καθίσταται, εντέλει, πολλές φορές ρομφαία και μαχαίρι για όσους μεθοδεύουν το κακό, έτσι για να διαλύει το πέπλο του σκότους και τη λήθη που κάποτε φαίνεται να επισκιάζει τα πάντα
.
ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ