Μια κακή οργάνωση και λειτουργία του προσωπικού μιας οποιασδήποτε οικονομικής μονάδος θα ζημιώσει την ίδια. Η κακή οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας θα πλήξει όλον τον τόπο!
Δυστυχώς, σ’ αυτόν τον ευλογημένο τόπο οι ενέργειές μας είναι παντού και πάντοτε παρορμητικές. Χωρίς περίσκεψη και νηφαλιότητα, προσπαθούμε να λύσουμε προβλήματα που εμείς οι ίδιοι αφήσαμε να δημιουργηθούν για δεκαετίες.
Σήμερα ανακαλύψαμε πως οι δημόσιοι λειτουργοί μπορεί να εκμεταλλεύτηκαν την θέση τους κι η Βουλή συζητά την υποβολή από τον Γενικό Ελεγκτή καταλόγου ύποπτων δημοσίων υπαλλήλων για αθέμιτο πλουτισμό.
Κι όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι τουλάχιστον από το 1967 υπήρξε νομοθεσία, η οποία διελάμβανε ότι «ουδείς δημόσιος υπάλληλος επιτρέπεται όπως, καταχρώμενος της θέσεώς του, αποκτήσει αμέσως ή εμμέσως οιανδήποτε ακίνητον ιδιοκτησίαν» και «πριν ή αποκτήσει οιανδήποτε ακίνητον ιδιοκτησίαν, ο υπάλληλος λαμβάνει την άδειαν του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος δεν αρνείται την χορήγησιν τοιαύτης άδειας όταν το συμφέρον του υπαλλήλου εις την τοιαύτην ιδιοκτησίαν δεν συγκρούεται προς τα δημόσια καθήκοντα αυτού» (Άρθρο 63 του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου 33/67).
Αργότερα, με τους ενοποιημένους περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμους 1990 έως 2006 ρυθμίστηκε, επίσης, το θέμα της απόκτησης μετοχών δημοσίων εταιρειών και της απαγόρευσης συμμετοχής τους στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση ιδιωτικών επιχειρήσεων ή συνεταιρισμών παρά μόνο με άδεια του Υπουργού Οικονομικών.
Κανονικά και νοουμένου ότι ετηρούντο οι πιο πάνω διαδικασίες, ο Γενικός Ελεγκτής θα πρέπει να ζητήσει από την Υπηρεσία Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, η οποία εχειρίζετο τα θέματα αυτά, να ετοιμάσει κατάλογο με τα ονόματα των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι ζήτησαν κι επήραν τις απαιτούμενες εγκρίσεις. Ταυτόχρονα το Κτηματολόγιο, το Χρηματιστήριο κι οι τράπεζες θα πρέπει να ετοιμάσουν για όλους τους δημόσιους υπαλλήλους καταστάσεις της ακίνητης ιδιοκτησίας, των μετοχών και των καταθέσεών τους.
Με αυτόν τον τρόπο θα δημιουργηθεί το αρχείο, που έπρεπε με βάση τον Νόμο να είχε δημιουργηθεί. Πολύ φοβούμαι ότι η σκοπούμενη επιλεκτική διερεύνηση της οικονομικής κατάστασης κάποιων δημοσίων υπαλλήλων, έστω κι αν είναι σε θέσεις «επιρρεπείς» για χρηματισμό, θα δημιουργήσει ακόμη μια πηγή δυσανασχέτησης κι αναταραχής στους κόλπους τής πολύ δοκιμαζόμενης αυτόν τον καιρό δημόσιας υπηρεσίας.
Έκαμε ιδιαίτερη αίσθηση το γεγονός ότι ο Γενικός Ελεγκτής ζήτησε, και πολύ ορθά, τη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα για την άσκηση των ελεγκτικών του καθηκόντων σε περιπτώσεις που ενέχονταν συγγενικά του πρόσωπα. Παλιά, μια τέτοια ενέργεια εθεωρείτο επιβεβλημένη και κατ’ επέκτασιν φυσιολογική. Μια άλλη πτυχή δυσκολιών στην προσπάθεια διακρίβωσης περιπτώσεων αθέμιτου πλουτισμού από μέρους δημοσίων υπαλλήλων θα είναι οι οικονομικές δραστηριότητες των συζύγων αμφοτέρων των φύλων, αλλά κυρίως των γένους θηλυκού.
Σύμφωνα με παλαιότερη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα, η σύζυγος ως ανεξάρτητη οικονομική οντότητα δεν εμπίπτει στις πιο πάνω υποχρεώσεις δημόσιου υπαλλήλου. Ασφαλώς το ίδιο ισχύει και για τον σύζυγο γυναίκας δημοσίου υπαλλήλου. Μήπως θα πρέπει να «ανακριθούν» και οι/αι σύζυγοι των δημοσίων υπαλλήλων για τα δικά τους πόθεν έσχον για να φτάσουμε στην αλήθεια; Αλλά ποιο ς θα τα κάνει όλα αυτά και πότε θα γίνουν; Ή μήπως θα αποταθούμε κι εδώ σε ξένους εμπειρογνώμονες, όπως κάνουμε συνήθως;
Όπως αποδεικνύεται από την έγκαιρη σχετική νομοθέτηση, όλες οι πτυχές του θέματος ήταν γνωστές από την αρχή. Με αναβάθμιση κι εκσυγχρονισμό του τεθέντος πλαισίου θα μπορούσαμε να είχαμε αποφύγει τις σημερινές δυσμενείς εξελίξεις και θα είχαμε μια δημόσια υπηρεσία, που θα ανταποκρινόταν πλήρως στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας.
Είναι καιρός να σταματήσουμε να πειραματιζόμαστε με τη δημόσια υπηρεσία, κάτι που κάνουμε πολύ συχνά τελευταία, και να δούμε πώς θα την εκσυγχρονίσουμε για να γίνει πιο οικονομική, πιο αποτελεσματική και να συμβάλει στην προς τα πρόσω πορεία σε όλους τους τομείς οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας.
Χαιρέτισα τις διαρθρωτικές αλλαγές που διαλαμβάνει το Μνημόνιο, ενώ κάκισα την επιβολή άκρατης λιτότητας και την έλλειψη οιασδήποτε αναπτυξιακής πρόνοιας. Η αναδιάθρωση της δημόσιας υπηρεσίας ήταν μέσα στις πρώτες προτεραιότητες. Δυστυχώς, ενώ η σχετική εργασία ξεκίνησε καλά, η όλη προσπάθεια αφέθηκε να εκφυλιστεί. Στη συνέχεια άρχισαν διάφορες σπασμωδικές επεμβάσεις κι αλλαγές στο όλο οικοδόμημα και τη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας, με το πρόσχημα της διόρθωσης διαφόρων στρεβλώσεων, χωρίς ένα συνολικό πρόγραμμα.
Και δεν είναι μόνο η αυθαίρετη περικοπή συμβατικών ωφελημάτων κι η επιβολή τελών στους δημόσιους λειτουργούς, που μπορεί να θεωρηθούν σαν αποτέλεσμα της έκτακτης κατάστασης, αλλά πιο επικίνδυνη είναι η συστηματική αποδυνάμωση της κρατικής μηχανής με μονομερείς αλλαγές στα της λειτουργίας της και τη δημιουργία νεοφανών θεσμών αμφιβόλου αποτελεσματικότητας, αντί να εξεταστεί πρώτα η μέθοδος της εξυγίανσης κι ενίσχυσης υφισταμένων.
Η τακτική αυτή επεκτάθηκε τώρα και πέραν της δημόσιας υπηρεσίας, στους ημικρατικούς οργανισμούς και την τοπική αυτοδιοίκηση. Τις απόψεις μου για τους πρώτους τις έχω ήδη δημοσιοποιήσει. Αναφορικά με τις προτεινόμενες αλλαγές στη δεύτερη φαίνεται ότι δεν εξυπηρετούν το ζητούμενο, την περισυλλογή και την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη.
Ιδιαίτερη εντύπωση κάνει η εισηγούμενη διασπορά συγκεντρωμένων τώρα υπηρεσιών από κυβερνητικά τμήματα στα Επαρχιακά Συμβούλια, πράγμα που έπρεπε να συνδυαστεί με τη μελέτη της δημόσιας υπηρεσίας.
Ενώ απαιτείται προσαρμογή των ΟΤΑ στα μικρά κυπριακά πλαίσια, φαίνεται ότι πάμε ανάποδα. Δυστυχώς, παίζουμε με τη δημόσια υπηρεσία. Μια κακή οργάνωση και λειτουργία του προσωπικού μιας οποιασδήποτε οικονομικής μονάδος θα ζημιώσει την ίδια. Η κακή οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας θα πλήξει όλο τον τόπο!
ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




