Ο στόχος της Τουρκίας στον πόλεμο της Συρίας είναι ξεκάθαρος. Επιδιώκει να πιέσει τη Δύση για ολομέτωπη επίθεση κατά των Ισλαμιστών και του συριακού καθεστώτος εκμεταλλευόμενη τη διεθνή κατακραυγή για την κρίση του Κομπανί και την προέλαση του Ισλαμικού Κράτους. Είναι μια στρατηγική που ακολουθείται έχοντας υπόψη την ανάγκη που έχει αυτή τη στιγμή η Δύση την Τουρκία, παρά τις μάλλον κακές διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Άγκυρας και Ουάσιγκτον.

Οι προϋποθέσεις που τέθηκαν θεωρούνται ζωτικής σημασίας από την Άγκυρα σε ό,τι αφορά τη διατήρηση της ασφάλειας των συνόρων της αλλά και της εδαφικής της ακεραιότητας. Ταυτόχρονα αποτελεί στρατηγική διαχείρισης των ζημιών που έχουν προκαλέσει προηγούμενες κινήσεις της Άγκυρας αλλά και της Δύσης και των συμμάχων της σε σχέση με το Ισλαμικό Κράτος. Επιπλέον, η τουρκική προσέγγιση εμπεριέχει και ένα στοιχείο γεωπολιτικού αναθεωρητισμού (σ.σ. αλλαγής του παρόντος περιφερειακού καθεστώτος προς όφελος της Τουρκίας).

Το κάλεσμα της Τουρκίας για μια στρατηγική δύο μετώπων (Ισλαμικό Κράτος και καθεστώς Συρίας) επιδιώκει να χρησιμοποιήσει (μάλλον, να εκμεταλλευτεί) την εμπλοκή άλλων διεθνών δρώντων στη Συρία για την κατάπνιξη των τζιχαντιστών και την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ με την παράλληλη στήριξη μετριοπαθών ανταρτών. Στόχος, μια μετα-Άσαντ εποχή με μια Συρία γεωγραφικά αδιάσπαστη και μια νέα, φιλο-ισλαμική -και κατά προτίμηση φιλοτουρκική- κυβέρνηση.

Κουρδική αντίσταση
Ως συνήθως, η στρατηγική της Άγκυρας, ενώ είναι κατανοητή και κάπως δικαιολογημένη λόγω της περίπλοκης κατάστασης που αντιμετωπίζει, είναι γεμάτη αντιφάσεις και έχει συνεπώς αρνητικό αντίκτυπο στη χώρα. Η καθυστέρηση και δη η άρνηση της Τουρκίας να εμπλακεί ενεργά στη διάσωση των Κούρδων της Συρίας έχει οδηγήσει στον εκτροχιασμό των σχέσεων Άγκυρας-Κούρδων (της Τουρκίας).

Εκτός από τις προαναφερθείσες διαδηλώσεις και εξεγέρσεις στην Τουρκία, ο φυλακισμένος Κούρδος ηγέτης, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, δήλωσε αρχικά ότι η πτώση του Κομπανί θα ισοδυναμούσε με την άμεση διακοπή της τρέχουσας ειρηνευτικής διαδικασίας μεταξύ της τουρκικής κυβέρνησης και των Κούρδων. Αργότερα, έδωσε προθεσμία μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου ούτως ώστε η τουρκική κυβέρνηση να βρει μια λύση στην κρίση που υπάρχει για να έρθει σε ειρήνη με τους Κούρδους. Μετά από τη δοθείσα ημερομηνία, η ειρηνευτική διαδικασία δεν θα συνεχίσει.

Πράγματι, οι εικόνες που μεταδίδονται από πολλές περιοχές της Τουρκίας, ιδιαίτερα στα νοτιο-ανατολικά της χώρας όπου κατοικούν κυρίως κουρδικοί πληθυσμοί, θυμίζουν πεδία μάχης. Η κατάσταση είναι τόσο έκρυθμη που οδήγησε κάποιους στο να πιστεύουν ότι έχει πλησιάσει η ώρα της διάλυσης της Τουρκίας. Αυτή η ώρα ίσως να είναι πιο κοντά απ’ ό,τι πριν, αλλά δεν αποτελεί νομοτέλεια και ούτε είναι στην πραγματικότητα τόσο κοντά.

Ακόμα και οι Κούρδοι δεν έχουν ομοιογενείς πολιτικές απόψεις. Κάποιοι ενστερνίζονται τις πρακτικές και τις πιο σκληροπυρηνικές προτάσεις του PKK για αυτονομία, πολλοί όμως προτιμούν την πιο μετριοπαθή στάση του Δημοκρατικού Λαϊκού Κόμματος, του ισχυρότερου κουρδικού κόμματος στην Τουρκία, παρ' όλες τις σχέσεις μεταξύ των δύο. Μάλιστα, ο Σελαχατίν Ντεμιρτάς, ο πρόεδρος του κόμματος αυτού, καταδίκασε πράξεις όπως το κάψιμο κεμαλικών συμβόλων και μνημείων, που έλαβαν χώρα κατά τις διαδηλώσεις, καθώς κάτι τέτοιο μειώνει, κατ’ αυτόν, τις πιθανότητες για παροχή στήριξης στους Κούρδους.

Σενάρια
Έχοντας υπόψη την κρίση αυτή και τα πολλά μέρη που τη συναποτελούν -αρκετά από τα οποία δεν έχουν αναφερθεί- τα δύο σημαντικότερα μελλοντικά σενάρια που πρέπει να απασχολήσουν αυτή τη στιγμή, είναι δύο, παρόλο που, ομολογουμένως, κάθε πρόβλεψη σε αυτό το σημείο είναι παρακινδυνευμένη.

Πρώτον, η πτώση του Κομπανί στα χέρια του Ισλαμικού Κράτους. Σε αυτή τη περίπτωση η Τουρκία θα αποκτήσει πλέον σύνορα με το Ισλαμικό Κράτος και συνεπώς ο βαθμός του ρίσκου και της ανασφάλειας για την Άγκυρα θα αυξηθεί δραματικά. Ως πρώτο αποτέλεσμα, η Τουρκία είναι πιθανόν να επικαλεστεί το Άρθρο 5 του Νατοϊκού χάρτη ζητώντας στρατιωτική υποστήριξη από τους συμμάχους. Στην πράξη αυτό είναι πιθανόν να εκφραστεί με τη δημιουργία ζώνης ασφαλείας στα τουρκο-συριακά σύνορα, η οποία πολύ πιθανόν να λειτουργούσε και ως «δούρειος ίππος» κατά του Άσαντ. Πρέπει να σημειωθεί ότι ένα τέτοιο έργο δεν θα ήταν καθόλου εύκολο στην πράξη αλλά ούτε και σε ό,τι αφορά την επικοινωνιακή και διπλωματική του δικαιολόγηση ή νομιμοποίηση καθώς τόσο η Ρωσία όσο και το Ιράν παραμένουν ισχυροί υποστηρικτές του συριακού καθεστώτος.

Στο πλαίσιο του ίδιου σεναρίου θα είχαμε και τη διακοπή της ειρηνευτικής διαδικασίας με τους Κούρδους. Το αποτέλεσμα θα ήταν περισσότερες διαδηλώσεις από μέρους των Κούρδων και πιθανότατα αναζωπύρωση στρατιωτικών κτυπημάτων από το PKK κατά τουρκικών στόχων. Έτσι, η Τουρκία θα αντιμετώπιζε στρατιωτικά μέτωπα κατά των Κούρδων, κατά των Ισλαμιστών και κατά του καθεστώτος Άσαντ - για να μην αναφέρουμε τα σχεδόν δύο εκατομμύρια πρόσφυγες εντός της Τουρκίας που μπορούν δημιουργήσουν πλειάδα προβλημάτων ασφάλειας.

Δεύτερον, η πιθανότητα το Κομπανί να παραμείνει στα χέρια των Κούρδων. Αν κάτι τέτοιο συμβεί τότε σημαίνει ότι οι τζιχαντιστές θα έχουν δεχτεί ισχυρό πλήγμα και μέσα στη Συρία. Ως οι νικητές της σύγκρουσης και πόλος αντίστασης και σταθερότητας στη Συρία, οι Κούρδοι ίσως γίνονταν δέκτες διεθνούς στρατιωτικής και πολιτικής υποστήριξης. Επιφανειακό ρόλο ίσως έπαιζε και η Τουρκία σε αυτή τη διαδικασία σε μια προσπάθεια να μετριάσει τις ζημιές και να αποφύγει περαιτέρω κλιμάκωση με τους Κούρδους αυτονομιστές και διαδηλωτές. Η πολιτική υποστήριξη (ίσως και για κάποιο είδος αυτονομίας) στους Κούρδους πιθανόν να ανταλλασσόταν με την απόκτηση ενός ρόλου (μαζί με άλλα μετριοπαθή κινήματα) κατά του Άσαντ και λοιπών ισλαμιστικών κινημάτων ως αντιπρόσωπος της Δύσης.

Και στα δύο σενάρια μπορεί να προστεθεί άλλο ένα παράλληλο. Αυτό έχει να κάνει με την υπερχείλιση της συριακής κρίσης προς τον Λίβανο. Ήδη υπάρχουν ενδείξεις για κάτι τέτοιο. Σε αυτή την περίπτωση η σύγκρουση θα ήταν μεταξύ σουνιτών Ισλαμιστών από τη Συρία (όπως το μέτωπο Αλ Νούσρα και το Ισλαμικό Μέτωπο) με τη σιιτική -και στηριζόμενη από το Ιράν- Χεζμπολάχ του Λιβάνου. Δεδομένου του ότι αυτό προμηνύει περαιτέρω γενίκευση της κρίσης, θα ήταν πιθανόν να βλέπαμε το Ιράν να εμπλέκεται πιο έντονα κατά των σουνιτών τζιχαντιστών αφού θέλει τη διαφύλαξη των στρατηγικών του συμφερόντων στο Λίβανο. Ταυτόχρονα, και ίσως παραδόξως, να βλέπαμε και την εμπλοκή Ισραήλ κατά των σουνιτών Ισλαμιστών - δεν θα ήταν έκπληξη αν σε αυτή την περίπτωση το Ισραήλ κτυπούσε στόχους τόσο των σουνιτών όσο και της Χεζμπολάχ.

Το κυπριακό κομμάτι του παζλ
Παρόλο που η σύνδεση της πιο πάνω κρίσης με την Κύπρο, και συγκεκριμένα οι προκλήσεις της Τουρκίας στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), μπορεί να μην είναι ευδιάκριτη, υπάρχει.

Οι στόχοι της Τουρκίας μέσα από αυτές τις προκλήσεις είναι τουλάχιστον τέσσερις. Πρώτον, η αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ) επί της ΑΟΖ της. Δεύτερον, η προβολή αξιώσεων σε ό,τι αφορά τους πλουτοπαραγωγικούς της πόρους με πρόσχημα τον δίκαιο διαμοιρασμό τους μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Τρίτο, και άμεσα συνδεδεμένο με την κρίση στα τουρκο-συριακά σύνορα, η προσπάθεια να προβάλει στρατιωτική ισχύ καθώς και προθυμία για χρήση της εν μέσω αυτής της γεωπολιτικής αστάθειας, δηλώνοντας έτσι πως τα πολλά ανοικτά μέτωπα που αντιμετωπίζει δεν περιορίζουν τις δυνατότητές της. Και τέταρτον, να δημιουργήσει μια κατάσταση κρίσης, την αποκλιμάκωση της οποίας θα μπορούσε να εξαργυρώσει με στρατηγικά ανταλλάγματα από τις ΗΠΑ - υπενθυμίζεται ότι οι τελευταίες κάνουν προσπάθειες για αποτροπή της κλιμάκωσης στην ανατολική Μεσόγειο.

Η Τουρκία πράγματι βρίσκεται ενώπιον δύσκολων καταστάσεων και είναι ίσως η πρώτη φορά στην ιστορία της που χρειάζεται να αντιμετωπίσει τόσα πολλά και τόσο περίπλοκα γεωπολιτικά προβλήματα ταυτόχρονα. Παράλληλα, πάρα τα κατά καιρούς σκαμπανεβάσματα, είναι ίσως η πρώτη φορά στην ιστορία των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων που κύκλοι στην Ουάσιγκτον σκέφτονται σοβαρά την αναθεώρηση της αμερικανο-τουρκικής συμμαχίας. Φυσικά η διάρρηξη αυτών των σχέσεων θα ήταν πολύ δύσκολη τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον καθώς τα δύο μέρη είναι θεσμικά συνδεδεμένα (βλ. ΝΑΤΟ) και η Τουρκία αποτελεί σημαντικό υποστήριγμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή.

Ωστόσο, η πλειάδα γεωστρατηγικών υπολογισμών που έχει να κάνει η Άγκυρα μπορεί να οδηγήσει σε ολισθήματα. Κάτι τέτοιο είναι μάλιστα ίσως το πιο πιθανό, αν λάβουμε υπόψη το ιστορικό των αλληλοαποκλειόμενων εξωτερικών πολιτικών της Τουρκίας, η οποία φαίνεται να επαναλαμβάνει το ίδιο μοτίβο. Υπό αυτό το πρίσμα και αυτές τις πραγματικότητες κρίνεται, κατ’ αρχάς, ότι η Τουρκία θα κλιμακώσει την κρίση στη κυπριακή ΑΟΖ μόνο μέχρις ενός (διαχειρίσιμου) σημείου. Τέλος, εκτιμάται ότι η απόφαση του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη, για αναστολή των συνομιλιών ήταν ορθή. Μόνο, όμως, με την προϋπόθεση ότι έχει γίνει σχεδιασμός για Σχέδιο Β’ (και Γ’), ότι έχει γίνει διπλωματική προεργασία, και ότι έχουν μελετηθεί όλα τα σενάρια.

ΖΗΝΩΝΑΣ ΤΖΙΑΡΡΑΣ
Μεσογειολόγος-Στρατηγικός Αναλυτής