«Τα πάντα που υπάρχουν είναι καρποί της τύχης και της αναγκαιότητας». Τουλάχιστον έτσι υποστήριζε ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Δημόκριτος. Και παρόλο που την τύχη, όσο και να την επικαλούμαστε ή να τη βρίζουμε, δεν μπορούμε να την ελέγξουμε, η αναγκαιότητα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Γιατί η ανάγκη οδηγεί τους ανθρώπους σε πολλές πράξεις, αρκετές φορές ακραίες, αλλά και ρίσκα που υπό άλλες συνθήκες μπορεί να μην έπαιρναν.
Η απόφαση να φύγεις από τη χώρα σου για να γίνεις μετανάστης, είναι μια από αυτές τις πράξεις. Τις περισσότερες φορές λόγω ανάγκης. Πέραν από τους μετανάστες από ανάγκη επιβίωσης, όπως οι πρόσφυγες από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, που καθημερινά θυσιάζονται σε θαλασσοταραγμένα ψαροκάικα προσπαθώντας να φτάσουν σε ένα καλύτερο αύριο, υπάρχουν και άλλα είδη μεταναστών. Αυτοί που παίρνουν μια τέτοια απόφαση αυθόρμητα. Γιατί τί πραγματικά ωθεί κάποιον να θέλει να φύγει από την ίδια τη χώρα που τον μεγάλωσε, που του χάρισε την αρχική του μόρφωση, που τον έθρεψε σε ένα κλίμα που όλοι οι άλλοι λαοί ζηλεύουν;
Κι όμως υπό τις τωρινές συνθήκες, η απόφαση μετανάστευσης έχει γίνει ξαφνικά πιο εύκολη. Και σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση ιδίως, οι περισσότεροι προσπαθούν να φύγουν από την πατρίδα τους. Γιατί όταν βλέπεις τη χώρα σου να βυθίζεται καθημερινά σε μια άβυσσο, τι άλλο μπορείς να κάνεις; Όταν το κάθε τι χειροτερεύει, η γραφειοκρατία αυξάνεται, η στάθμη του μυαλού αδυνατίζει, όταν η νοοτροπία στην εξυπηρέτηση του πολίτη σε όλα τα επίπεδα επιδεινώνεται, μέρα με τη μέρα απλώς νιώθεις πως η ίδια η χώρα αυτή σε σπρώχνει προς την έξοδο. Όταν οι δημόσιες υπηρεσίες δικαιώνουν την κακιά φήμη που έχουν λόγω της συμπεριφοράς των ίδιων των υπαλλήλων που προσπαθούν να γλιτώσουν όση περισσότερη δουλειά μπορούν, γιατί έτσι κι αλλιώς αυτοί θα πληρωθούν, πώς περιμένουμε βελτίωση;
Όταν η νεολαία -«το μέλλον του τόπου»- είναι γραπωμένη πάνω στις ηλεκτρονικές συσκευές, ψάχνει την εύκολη λύση γιατί βαριέται να κουνηθεί και από το στόμα της βγαίνουν μόνο χαμένες λέξεις, πώς μπορούμε να ελπίζουμε σε κάτι καλύτερο;
Μα όταν σκέφτεσαι το μέλλον, και πώς αυτό θα είναι, όσο αισιόδοξος και αν είσαι, όταν βλέπεις τα πάντα γύρω σου να μην αλλάζουν αλλά αντιθέτως να κατρακυλούν όλο και περισσότερο, αναρωτιέσαι τι κάνεις ακόμα εκεί; Σε μια κοινωνία όπου ανταμείβονται οι κλέφτες και πνίγονται οι φτωχοί και μικρομεσαίοι. Πώς θα δημιουργήσεις ένα μέλλον όταν τίποτα γύρω σου δεν είναι πλέον σίγουρο; Όταν τα πάντα φορολογούνται αλλά τίποτα δεν βελτιώνεται; Όταν απλώς δεν βλέπεις πια το φως του ήλιου που λάμπει ολόχρονα;
Έτσι τρέπονται σε φυγή οι άνθρωποι από τη χώρα τους, γιατί όσο και να πονούν για αυτήν, δεν μπορούν να παλεύουν μόνοι ενάντια σε ένα διεφθαρμένο σύστημα που δεν έχει γιατρειά. Και έτσι προτιμούν να γίνονται μετανάστες σε μια χώρα όπου ίσως ποτέ να μην νιώσουν ότι ανήκουν, αλλά πολύ χειρότερα θα ήταν να έμεναν και να ένιωθαν παρείσακτοι στην ίδιά τους την πατρίδα.
Θα έπρεπε επιτέλους να καταλάβουμε πως σε αυτόν τον κόσμο τίποτα δεν μας ανήκει πραγματικά. Πως και εμείς ενοικιαστές είμαστε για τα παιδιά μας. Και πως έτσι, όλα αυτά που προσπαθούμε συχνά με δόλο και κοροϊδία να αποκτήσουμε είναι μάταια, όταν έχουν ως αποτέλεσμα την καταστροφή του πολιτισμού, της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης μας. Είναι καιρός να δράσουμε για να εξασφαλίσουμε πως θα υπάρχει ένα μέλλον για τα παιδιά μας. Για να μην νιώσουν και αυτά την αλήθεια της φράσης του Σολομώντα «ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης».
ΜΑΡΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΔΟΥΛΑΜΗ
Δημοσιογράφος, Σύμβουλος Επικοινωνίας




