Το 1964 μια γυναίκα νεαρής ηλικίας καθώς επέστρεφε στο σπίτι της, που βρισκόταν στο Μανχάταν, δέχθηκε επίθεση από έναν άντρα που κρατούσε μαχαίρι. Ο άντρας την κτυπούσε βίαια με απανωτές μαχαιριές ενώ η κοπέλα ούρλιαζε για βοήθεια. Οι γείτονες κοιτούσαν μέσα από τα τζάμια των σπιτιών τους, πότε πότε φώναζαν στον δράστη να αφήσει το θύμα. Επί 35 λεπτά ο δράστης μαχαίρωνε το θύμα και στα 30 λεπτά κάποιος γείτονας αποφάσισε να καλέσει την Αστυνομία. Η Αστυνομία κατέφθασε όταν πια η κοπέλα κειτόταν νεκρή. Από την έρευνα φάνηκε ότι υπήρχαν 38 αυτόπτες μάρτυρες, ωστόσο μόνο ένας από αυτούς σκέφτηκε να καλέσει την Αστυνομία.

Το τραγικό αυτό συμβάν πυροδότησε το ενδιαφέρον των ψυχολόγων, οι οποίοι προσπάθησαν να κατανοήσουν τη φιλοκοινωνική συμπεριφορά, δηλαδή την έννοια της βοήθειας προς τους άλλους. Στο πλαίσιο της φιλοκοινωνικής συμπεριφοράς συγκαταλέγονται ο αλτρουισμός, η συνεργασία, η αντίσταση στους πειρασμούς και η βοήθεια. Οι επιστήμονες Darley και Latane, μελετώντας τη συμπεριφορά μη επέμβασης των παρισταμένων στο τραγικό αυτό συμβάν, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των ανθρώπων που παρακολουθεί ένα βίαιο συμβάν τόσο αυτό μειώνει την ετοιμότητα και προθυμία για επέμβαση και βοήθεια.

Οι επιστήμονες προκειμένου να αποδείξουν πειραματικά τη θεωρία τους διεξήγαγαν ένα πείραμα με φοιτητές όπου καλούνταν να βοηθήσουν ένα συμφοιτητή τους που πάθαινε ξαφνικά επιληπτική κρίση. Τα ευρήματα της μελέτης των Darley και Latane επιβεβαίωσαν τη θεωρία τους. Ουσιαστικά επιβεβαίωσαν ότι όσο αυξανόταν ο αριθμός των άλλων ατόμων που παρίσταντο στο περιστατικό με την επιληπτική κρίση τόσο πιο θεαματικά μειωνόταν το ποσοστό αυτών που προσπαθούσαν να βοηθήσουν το άτομο που χρειαζόταν βοήθεια.

Η συμπεριφορά μας αλλάζει με την παρουσία των άλλων, δεχόμαστε δηλαδή κοινωνική επιρροή. Στην ουσία αυτό δείχνει ότι όσο αυξάνεται ο αριθμός των ανθρώπων που γνωρίζουν κάτι, τόσο οι άνθρωποι αισθάνονται λιγότερη προσωπική και ατομική ευθύνη για την ανάληψη δράσης. Δηλαδή όσο περισσότεροι γνωρίζουν κάτι και δεν κάνουν κάτι γι' αυτό τόσο περισσότερο διαχέεται η ευθύνη αλλά και οι ενοχές που νιώθει ο καθένας για την απραξία του. Σύμφωνα με τον Moscovici, η εξουσία αυτών που δρουν ή αντιδρούν συνίσταται στο ότι καταλύουν την κοινωνική συναίνεση.

Πώς όμως το καταφέρνει αυτό κάποιος που αποφασίζει να αντιδράσει; Πώς ένα μήνυμα εντελώς αντίθετο με τις κοινωνικές συμβάσεις της εκάστοτε εποχής, καταφέρνει να διεισδύσει στη σκέψη της ευρύτερης κοινωνίας και τελικά να την αλλάξει;

Διάφοροι ερευνητές διεξήγαγαν σειρά από πειράματα κοινωνικής επιρροής. Η έρευνα του Beaman και των συνεργατών του που έγινε το 1978 κατέδειξε ότι όταν οι άνθρωποι αποκτούν επίγνωση της επίδρασης των παριστάμενων, είναι πολύ πιθανό να προσπαθήσουν με περισσότερο ζήλο να βοηθήσουν σε επείγουσες συνθήκες. Άρα το συμπέρασμα της μελέτης του Beaman είναι ότι πρέπει να ενεργεί κανείς σε επείγουσες περπτώσεις, χωρίς να σκέφτεται ότι μπορεί να ενήργησαν άλλοι. Να ενεργεί κανείς ωσάν να είναι ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας. Γιατί όπως έλεγε και ο Ζαν ντε λα Μπριγέρ: «Ο κανόνας που λέει ότι θα πρέπει να συμπεριφέρεσαι όπως οι άλλοι, είναι ένας από τους πιο επικίνδυνους. Σχεδόν πάντα έχει ως αποτέλεσμα να συμπεριφέρεσαι άσχημα».

ΑΡΙΣΤΟΝΙΚΗ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-ΤΡΥΦΩΝΙΔΟΥ
MA, Msc, Pgp Ψυχολόγος