Οι κυβερνώντες, τα κόμματα, η Γενική Εισαγγελία, η Εκκλησία και άλλοι πολλοί παράγοντες και μη, ομιλούν για στρεβλώσεις και για αποτυχία τιμωρίας για το οικονομικό έγκλημα σε βάρος του λαού και του τόπου. Δύσκολο έργο, που απαιτεί υπομονή, αποφασιστικότητα και ομαδική προσπάθεια.
Όμως ας μη διαφύγει της προσοχής το γεγονός ότι, η Διοίκηση για χρόνια πολλά, «φρόντισε» να παραμένει μια συνταγματική πρόβλεψη, ανενεργός (Άρθρο 150) και τούτο όχι τυχαία, αλλά ως σιωπηρή μεθόδευση των εκάστοτε ευρισκομένων στην εξουσία, ώστε να μη διώκονται ποινικά ως υπεύθυνοι, ενδεχομένως όταν δεν συμμορφώνονται (περιφρονούν) προς τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Στις 11.12.1999, στην εφημερίδα ΣΗΜΕΡΙΝΗ δημοσιεύθηκε το ακόλουθό μου άρθρο, το οποίο παραμένει, δυστυχώς, επίκαιρο:
« «… Η μη συμμόρφωση προς δικαστικές αποφάσεις στο Διοικητικό Δίκαιο».
Όπως είναι γνωστό, το Σύνταγμά μας εισήγαγε ένα άγνωστο, κατά το αποικιοκρατικό καθεστώς, δικαίωμα στον πολίτη. Το δικαίωμα να μπορεί επί ίσοις όροις ως διάδικος να αμφισβητεί με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου τη νομιμότητα κάθε απόφασης όλων των διοικητικών οργάνων.
Με την αποκλειστική αυτή αρμοδιότητα το Ανώτατο Δικαστήριο (Ν.33/64) καθίστατο, με τις αποφάσεις του και τη νομολογία, δημιουργός δικαίου με αρμοδιότητα να επιφέρει τομή δικαίου επί της συνταγματικότητας και νομιμότητας όχι μόνο των διοικητικών αποφάσεων, αλλά, και έμμεσα, των νόμων και κανονισμών επί των οποίων στηρίζονται οι διοικητικές αποφάσεις.
Κάθε τομή δικαίου με δικαστική απόφαση στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής διαμορφώνει κατά συνταγματική πρόβλεψη {του άρθρου 146 (5)} την υποχρέωση για ενεργό συμμόρφωση προς τα δικαστικά διακηρυχθέντα.
Η υποχρέωση αυτή, που βαραίνει κάθε Αρχή, όργανο ή πρόσωπο, συνδέθηκε συνταγματικά και με τη σαφή πρόνοια του Άρθρου 150 του Συντάγματος, που προέβλεψε την πρόσθετη εξουσία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου για να επιβάλει «...ποινές ένεκεν περιφρονήσεως του δικαστηρίου τούτου».
Το πρόβλημα
Το πρώτο θέμα που εγείρεται, λοιπόν, είναι κατά πόσον η πρωτοβουλία αμφισβήτησης της νομιμότητας μιας διοικητικής πράξης, αλλά και η ακύρωσή της από το Δικαστήριο, οδηγεί πραγματικά και/ή ολοκληρώνει την έννοια της πλήρους αποκατάστασης της τρωθείσας νομιμότητας.
Μήπως αποτελεί μύθο ότι με τη δικαστική απόφαση επιτυγχάνει πλήρη τη δικαίωση διά της προσφυγής του ο πολίτης που πήρε την πρωτοβουλία να ζητήσει εξαφάνιση διοικητικής απόφασης που τον επηρέασε;
Η δικαστική απόφαση αποτελεί απλή διακήρυξη ακυρότητας ή μπορεί να επιφέρει άμεσες συνέπειες στη διοίκηση που δεν υποτάσσεται και δεν προχωρεί κατά ενεργό συμμόρφωση προς το δεδικασμένο;
Η Νομολογία, με τις δεδομένες αυτές πραγματικές πρόνοιες (άρθρο 146 (5) και 150 του Συντάγματος), μέσα από μια σειρά αποφάσεων, με αντίθετη θεώρηση/κρίση, κατέληξε - όχι ομόφωνα - στη θέση ότι για να υπάρχει δυνατότητα επιβολής δικαστικά συνεπειών και/ή τιμωρητικής ποινής στην περίπτωση μη συμμόρφωσης προς το ακυρωτικό αποτέλεσμα, πρέπει να υπάρξει νομοθετική περί τούτου ρύθμιση ή πρόβλεψη.
Τότε και μόνο θα παρέχεται ολοκληρωμένα και νομοθετικά η αρμοδιότητα στο Δικαστήριο, με βάση την οποία θα μπορεί να τιμωρεί κάθε υπαίτιο όργανο, ή πρόσωπο που δε συμμορφώνεται προς το δεδικασμένο του άρθρου 146 (4) του Συντάγματος.
Ουσιαστικά το θέμα κρίθηκε κατά τον τρόπο αυτό από το 1991 με τη γνωστή απόφαση «Θαλασσινός», που ανέτρεψε προηγούμενη νομολογία.
Το οφειλόμενο να γίνει
Με δεδομένη, λοιπόν, αφενός τη συνταγματική επιταγή ότι, ο μη ενεργά συμμορφούμενος στο δίκαιο που διαμόρφωσε η δικαστική κρίση στην αναθεωρητική διαδικασία του άρθρου 146 του Συντάγματος, πρέπει να υφίσταται συνέπεια και, αφετέρου, με βάση το νομολογιακό δεδομένο ότι δεν αρκεί η συνταγματική πρόβλεψη των άρθρων 146 (5) και 150 για να υπάρξει εξαναγκασμός σε συμμόρφωση και τιμωρία αλλά απαιτείται και νόμος, οπότε τίθεται το απλό ερώτημα:
Γιατί τόσα χρόνια (από την υπόθεση Θαλασσινός του 1991) η Πολιτεία (Εκτελεστική Εξουσία - Γενική Εισαγγελία - Βουλή) αδιαφόρησε ή παρέμεινε αδρανής και δεν προώθησε νομοθεσία που να καθιερώνει τιμωρία παντός υπευθύνου επί μη συμμόρφωσης και εξαναγκασμό σε συμμόρφωση προς το δίκαιο που η δικαστική απόφαση διαμόρφωσε, του κάθε οργάνου που αρνείται συμμόρφωση στο δεδικασμένο;
Μήπως η καθυστέρηση και το κενό αυτό βοήθησαν στην αξιοκρατία και/ή στη σύννομη δράση των διοικητικών οργάνων;
Ή, μήπως, η καθυστέρηση αυτή κατέστησε τη διοίκηση περισσότερο ανεξέλεγκτη στις αποφάσεις της ή αλαζονική και αυθαίρετη αφού η ατιμωρησία της είναι δεδομένη;
Μήπως βολεύει στις μη αξιοκρατικές επιλογές ή μεθοδεύσεις, η αδυναμία τιμωρίας των όσων περιφρονούν τις δικαστικές αποφάσεις;
Το βέβαιο είναι ότι η κατάσταση αυτή, όσο παρατείνεται, υποσκάπτει θεσμούς συνταγματικούς, αξίες δικαίου και πλήττει την εμπιστοσύνη του κοινού στη διοίκηση. Πρόσθετα ενθαρρύνει την κατάχρηση εξουσίας, αλλά και «διαπαιδαγωγεί» τον καθένα σε διεκδικήσεις ή μεθόδους έξω και/ή αντίθετες στο Νόμο (ρουσφέτι) και την έννοια της χρηστής διοίκησης.
Είναι αδιανόητο να υπάρχουν νόμοι, π.χ. ο νόμος Περί Δημόσιας Υπηρεσίας που περιέχουν, και ορθά, συνέπειες (ποινικές - πειθαρχικές, ακόμα και αστική ευθύνη για αποζημιώσεις) για μη νόμιμη εκτέλεση των καθηκόντων για τους απλούς δημόσιους υπαλλήλους και τα ίδια τα διοικητικά όργανα, συλλογικά και μη, που λαμβάνουν αποφάσεις εξαιρετικής σημασίας για ατομικά θέματα (π.χ. Υπουργικό Συμβούλιο, Υπουργός, Συμβούλιο Προσφορών, ΕΔΥ, ΕΕΥ, Δ.Σ. των ημικρατικών οργανισμών ή Δήμαρχος κτλ) να μην υπέχουν ποτέ και καμία ευθύνη παρά το Άρθρο 150 του Συντάγματος και την έννοια της χρηστής διοίκησης. Τούτο μάλιστα σε ό,τι αφορά πράξεις τους που κρίθηκαν παράνομες και ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση.
Συμπέρασμα
Η ανάγκη ψήφισης της περί το θέμα τούτο νομοθεσίας δεν είναι ένα απλό δικαστικό θέμα. Είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση διαπιστωμένη, από χρόνια, που θα επιτρέψει την υλοποίηση της πρόνοιας του Άρθρου 150 σε συνδυασμό με το 146 (5) του Συντάγματος, ώστε η πρόνοια Κράτος Δικαίου να καταστεί σε σχέση προς τη «διοίκηση» πραγματικότητα. Με την ψήφιση του Νόμου η διοίκηση θα αισθάνεται ότι είναι ανά πάσα στιγμή υπόλογος στις νομοθετικές προβλέψεις και η μη υποταγή της θα επιφέρει συνέπειες στην παρακοή δικαστικών αποφάσεων διοικητικού δικαίου. Νόμος και δίκαιο έναντι των οποίων, διαχρονικά και συνεχώς, οφείλει η Διοίκηση υπακοή, ιδιαίτερα σε ένα Κράτος που διεκδικεί δικαίωση, με μόνο βέβαιο και ασφαλές στήριγμα το δίκαιο και τη νομιμότητα».
Ως Βουλευτής το 2003, ταυτόχρονα περίπου με την ανάληψη των καθηκόντων μου, κατέθεσα σχετική πρόταση Νόμου, ως εκπλήρωση προεκλογικής εξαγγελίας του αείμνηστου Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου, η οποία μετά από σειρά συζητήσεων στην Επιτροπή Νομικών, αφού αναζητήθηκε και άποψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υιοθετήθηκε και μετατράπηκε σε Νομοσχέδιο με περίπου το ίδιο περιεχόμενο. Νομοσχέδιο, όμως, που αιφνίδια αποσύρθηκε! Η διοίκηση φρόντισε και αυτο-προστατεύθηκε! Η υπεροχή του Νόμου και ο σεβασμός του δεδικασμένου, με τη δυνατότητα τιμωρίας όσων περιφρονούν τις ακυρωτικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως και η υποταγή στο Νόμο έμειναν έκτοτε στα αζήτητα.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος
Τα ακίνητα της εβδομάδας




