Η ίδρυση του Συμβουλίου Γεωστρατηγικών Μελετών από την Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί, αναμφισβήτητα, βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Το επιχειρούμενο «άνοιγμα» της διαδικασίας διαμόρφωσης εθνικής στρατηγικής θα μπορούσε, εφόσον εφαρμοστεί με ορθό τρόπο, να ενισχύσει την ποιότητα και τη μακροπρόθεσμη συνοχή της εξωτερικής πολιτικής. Θα ήταν χρήσιμο εδώ να ασχοληθούμε με ορισμένες παρανοήσεις σχετικά με το περιεχόμενο και τη διαδικασία χάραξης της στρατηγικής, παραθέτοντας και σχολιάζοντας ορισμένα επιχειρήματα που ακούγονται κάθε φορά που αναφέρεται η λέξη «στρατηγική».
Επιχείρημα 1ο: Είμαστε πολύ μικροί για να μπορούμε να επηρεάσουμε τα «πράγματα». Μα εθνική στρατηγική δεν διαθέτουν μόνο οι υπερδυνάμεις. Το Κατάρ, η Σιγκαπούρη και το Ισραήλ είναι μικρές εδαφικά και πληθυσμιακά χώρες, με ισχυρούς και ιστορικά «δύστροπους» γείτονες. Πώς εξηγούμε την προνομιακή τους θέση στο παγκόσμιο στερέωμα; Συνήθως σε αυτό το σημείο έρχεται η ανταπάντηση ότι «δεν θα πρέπει να συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα». Άλλωστε, το Κατάρ διαθέτει υδρογονάνθρακες, η Σιγκαπούρη αποτελεί κρίσιμο διαμετακομιστικό κόμβο, ενώ το Ισραήλ είναι απαραίτητο για τη Δύση. Η ειρωνεία εδώ έγκειται στο ότι Ελλάδα και Κύπρος ίσως διαθέτουν όλα τα παραπάνω! Αλλά και σε διαφορετική περίπτωση, κάθε κράτος οφείλει να αναδεικνύει τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα και μέσω αυτών να προωθεί τα καλώς νοούμενα συμφέροντά του.
Επιχείρημα 2ο: Η «στρατηγική» δημιουργεί κινδύνους ένοπλης σύρραξης. Το ακριβώς αντίθετο ισχύει: η ανυπαρξία στρατηγικής μπορεί να σύρει μία χώρα στον πόλεμο. Η ουκρανική ηγεσία διαχειρίστηκε με επιπόλαιο τρόπο την ήδη τεταμένη σχέση της με τη Ρωσία, με αποτέλεσμα τη ρήξη και την αναταραχή στις ανατολικές της περιοχές. Η Φινλανδία αντίθετα, μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, σχεδίασε μία στρατηγική που είχε ως στόχο την προστασία της χώρας έναντι της σοβιετικής απειλής. Έθεσε σαν προτεραιότητα τον κατευνασμό και τη συνεργασία με τον ισχυρό της γείτονα, φτάνοντας στο σημείο να αρνηθεί τη συμμετοχή της στο σχέδιο Μάρσαλ (δίνοντας αφορμή για τον όρο «φινλανδοποίηση»). Ωστόσο, ο σχεδιασμός αυτός αποδείχθηκε μακροπρόθεσμα ευφυής. Η χώρα θωρακίστηκε αμυντικά με σημαντικές εξοπλιστικές δαπάνες, εξομάλυνε τις σχέσεις της με τη Μόσχα και ανέπτυξε τις οικονομικές τις σχέσεις με τη Δύση, με θεαματικά αποτελέσματα.
Επιχείρημα 3ο: Η στρατηγική χαράσσεται από την Κυβέρνηση. Η εκλεγμένη ηγεσία είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την υψηλή στρατηγική ενός κράτους, ωστόσο η ανυπαρξία μηχανισμών διαλόγου, αξιολόγησης και ελέγχου της στρατηγικής μπορεί να αποβεί επιζήμια. Οι ηγεσίες, άλλωστε, δεν είναι απαραίτητο ότι «διαβάζουν» σωστά τον συσχετισμό δυνάμεων στο διεθνές σύστημα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αντιλαμβανόταν πλήρως το διεθνές περιβάλλον πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους, με επιστέγασμα την εδαφική επέκταση της Ελλάδας και τη συνθήκη των Σεβρών. Αντίθετα, ο Γεωργιανός Πρόεδρος Σαακασβίλι πίστευε ακράδαντα το 2008 ότι η Δύση θα τον συνέδραμε σε ενδεχόμενη σύρραξη με τη Ρωσία, με αποτέλεσμα τον εδαφικό ακρωτηριασμό της μικρής αυτής χώρας του Καυκάσου.
Επιχείρημα 4ο: Η στρατηγική χαράσσεται από τις Ένοπλες Δυνάμεις. Εδώ έχουμε παρανόηση. Οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι υπεύθυνες για τη χάραξη και την εφαρμογή της στρατηγικής σε τακτικό και επιχειρησιακό επίπεδο. Αλλά η στρατιωτική στρατηγική εντάσσεται σε ένα ανώτερο πλαίσιο (στη λεγόμενη υψηλή στρατηγική), η οποία υπηρετεί πολιτικούς στόχους. Ωστόσο, ό,τι είναι ορθό από τακτική και επιχειρησιακή σκοπιά, δεν είναι απαραίτητα και ορθό ως προς την επίτευξη των στόχων της υψηλής στρατηγικής. Κατά τη διάρκεια της κρίσης των Ιμίων το 1996, η άπειρη (νέα) ελληνική Κυβέρνηση άφησε μέχρι την τελευταία στιγμή το Πολεμικό Ναυτικό να διαχειριστεί την κατάσταση.
Έτσι, πολυάριθμες μονάδες του στόλου συγκεντρώθηκαν γύρω από τα Ίμια με στόχο την απόκτηση δυνατότητας πρώτου πλήγματος, όπως άλλωστε προέβλεπε ο τότε επιχειρησιακός σχεδιασμός. Η κλιμάκωση, ωστόσο, ήταν ακριβώς αυτό που επιζητούσε η άλλη πλευρά, ώστε να «εγκαθιδρύσει» σε μόνιμη βάση το πολιτικό ζήτημα των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο. Κατά την κρίση, αντίθετα, των πυραύλων της Κούβας το 1962, ο Πρόεδρος Κένεντι δεν ενέδωσε στις πιέσεις των στρατηγών του για άμεση επέμβαση, κλιμακώνοντας σταδιακά την ένταση και παρέχοντας στη Σοβιετική Ένωση την ευκαιρία αξιοπρεπούς υποχώρησης. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία.
Τέλος, η ευρύτερη θέαση της στρατηγικής οδηγεί όχι μόνο σε αποδοτικότερη διαχείριση κρίσεων, αλλά δύναται να συντελέσει και στην αποφυγή τους. Το 1998, το ΓΕΕΦ εισηγήθηκε και η κυπριακή Κυβέρνηση αποδέχθηκε την αγορά του πυραυλικού συστήματος S-300. Λίγη προσοχή δόθηκε τότε στην περιφερειακή διάσταση του συστήματος. Το “Tombstone”, το ισχυρότατο ραντάρ των S-300, κάλυπτε μία κρίσιμη περιοχή για το NATO και το Ισραήλ, μια παράμετρος που παραβλέφθηκε αλλά φαίνεται ότι τελικά επηρέασε ουσιωδώς την εξέλιξη της κρίσης. Κατά συνέπειαν, οι ηγεσίες και οι κρατικοί θεσμοί επωφελούνται από κάθε δυνατή συνδρομή τόσο στη χάραξη όσο και στην αξιολόγηση της εθνικής στρατηγικής. Ο διάλογος, οι σχετικές εισηγήσεις και η συνεχής αποτίμηση των κρατικών πολιτικών μπορούν να συμβάλουν μόνο θετικά στην προώθηση των εθνικών συμφερόντων.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΠΠΗΣ




