Από τις 11 Φεβρουαρίου 1959, όταν μονογράφτηκε η συμφωνία Ζυρίχης από τους πρωθυπουργούς και υπουργούς εξωτερικών της Ελλάδας και της Τουρκίας, υπό την αιγίδα του Άγγλου Σέλγουϊν Λόυντ, είχε διαφανεί ο αγγλοτουρκικός δόλος για τον διαμελισμό της Κύπρου, που, άλλωστε, είχε συμφωνηθεί προκαταρκτικά από τον Αύγουστο του 1955, στην παγίδα της τριμελούς του Λονδίνου, που είχε πέσει, αφελέστατα, θέλουμε να πιστεύουμε, ασθενούντος του Αλέξανδρου Παπάγου, ο ΥΠΕΞ των Αθηνών Στέφανος Στεφανόπουλος. Υπενθυμίζεται ότι το σχέδιο Μακμίλλαν προέβλεπε μεταφορά τριακοσίων χιλιάδων εποίκων από την Τουρκία για την αλλοίωση της δημογραφικής ιστορικής εικόνας των πληθυσμιακών δεδομένων 82 με 18%.
Παρά τις ηχηρές ενδείξεις και τις προθέσεις του μισέλληνα Άντονυ Ήντεν και του Αντνάν Μεντερές, παρά τις υποδείξεις και τους χαρακτηρισμούς του ζυριχικού εκτρώματος και τα εν τω μεταξύ προκύπτοντα, η νεοπαγής εξουσία της Δημοκρατίας μας, παρασυρμένη από την κραιπάλη της αυταπάτης, δεν υπολόγισε τους απορρέοντες κινδύνους από τα γεγονότα. Και ήταν εκκωφαντική η πρόκληση της 18ης Οκτωβρίου 1959, όταν πριν στεγνώσει το μελάνι της υπογραφής της συμφωνίας στο Λάνγκαστερ Χάουζ του Λονδίνου την 19η Φεβρουαρίου, το αγγλικό περιπολικό «Μπούρμαρτον» συνέλαβε το τούρκικο πλοιάριο «Ντενίς», με πλήρωμα Τούρκους του υπουργείου άμυνας, να μεταφέρει στις ομάδες τρομοκρατίας των Τούρκων ένα εκατομμύριο σφαίρες, 500 τυφέκια, 6.000 βόμβες.
Στην ίδια ατμόσφαιρα ενισχύονταν ή ιδρύονταν στην εξέλιξη του χρόνου τρομοκρατικές οργανώσεις που πυρπόλησαν τη Λευκωσία διαρκούντος του απελευθερωτικού αγώνα και προκάλεσαν το λουτρό αίματος του θέρους του 1958 με 80 θύματα, όπως η σφαγή του Κιόνελι την 12η Ιουνίου 1958. Εξάλλου η τρομοκρατία είχε προβεί σε προβοκάτσιες προς υποδαύλιση του μίσους, όπως απεκάλυψε ο Τούρκος «πρέσβης» Εμίν Ντιρβάνα στη «Μιλλιέτ» (15.5.64) και παρεδέχθη ο Ραούφ Ντενκτάς στην αγγλική τηλεόραση.
Ταυτόχρονα οι αφίξεις Τούρκων «γιουρούκηδων» στις ακτές τουρκοκυπριακών χωριών όπως της Πλατανησού, της Γαληνόπορνης κ.ά. ήταν συνεχείς και το γνώριζαν οι αρχές του κράτους, ενώ συνεργεία κατασκεύαζαν βόμβες όπως στην Ομορφίτα (31.8.’57 έκρηξη στο κατασκευαστήριο). (Απόρρητα Φ.ΟΦΦΙΣ και υπ. Αποικιών, Φουτ, Μπάρροους, Άλλεν/ και W.Mallisson, «Φιλελεύθερος» 4.5.’14).
Παρά ταύτα δεν ελήφθησαν τα αναγκαία μέτρα πρόληψης και αντίστασης. Και όταν πυροδότησαν τη θρυαλλίδα της λεγόμενης ανταρσίας, τα Χριστούγεννα του 1963, το κράτος πιάστηκε στον ύπνο κι ο λαός αντιμετώπιζε την άρτια εξοπλισμένη τρομοκρατία με κυνηγετικά και λοστούς και λιανοτούφεκα της εποχής της ΕΟΚΑ ή μικρά αυτόματα της αστυνομίας. Η πολυχρονεμένη κυβέρνηση της Δημοκρατίας δεν περίμενε την ανταρσία, δεν περίμενε τους θυλάκους, δεν περίμενε ανακήρυξη ψευδοκράτους, δεν περίμενε τα χειρότερα.
Και τα χειρότερα ήρθαν με την Χούντα των Αθηνών. Και η Κυβέρνηση πάλι δεν περίμενε τη Λισαβόνα, δεν περίμενε τον Έβρο, δεν περίμενε την Κοφίνου, δεν περίμενε την αποχώρηση της μεραρχίας. Και βέβαια δεν περίμενε το πραξικόπημα, δεν περίμενε το άνοιγμα της Κερκόπορτας, δεν περίμενε την τουρκική εισβολή, την κατοχή, την προσφυγιά, τη γενοκτονία.
Φορολογούσε τον κόσμο η κυβέρνηση για την άμυνα αλλά τα λεφτά κατέληγαν στον κορβανά της προεδρικής γαλαντομίας. Ο πρόεδρος που «ήταν πρόεδρος κι έκανε ότι ήθελε» σκορπούσε τα χρήματα της άμυνας στην παρέα, αντί ν’ αγοράζει οπλισμό για τα επερχόμενα που όλοι τα περίμεναν όχι όμως κι η εξουσία! Όπως δεν περίμενε την οικονομική καταστροφή που καταβαράθρωσε τα πάντα και τα σκέπασε στα ερείπια του Μαρί. Το δεν περίμεναν ήταν, φαίνεται, όρος των… «παρακαταθηκών».
Και εδώ εγείρεται το ερώτημα: Την επερχόμενη λαίλαπα των Τζιχαντιστών την περιμένουμε; Διότι οι συνθήκες επαναλαμβάνονται. Τα σχέδια του 1955 εφαρμόζονται. Στην πατρίδα μας το ξένο στοιχείο υπολογίζεται στις 800 χιλιάδες. Ο ελληνισμός περιέρχεται σε κατάσταση μειοψηφίας. Ποιος λογικός και σοβαρός άνθρωπος αποκλείει ότι σ’ όλο αυτό τον συρφετό ο οργανωμένος ισλαμισμός δεν έχει τη μερίδα του λέοντος; Ήδη όλος ο κόσμος γνωρίζει πως η Κύπρος δεν είναι απλώς στο στόχαστρο των Τζιχαντιστών αλλά στο «μάτι του κυκλώνα». Τα όργανα του χαλασμού βρίσκονται εδώ και περιμένουν εντολή ν’ ανοίξουν την πύλη της κόλασης. Όπως το 1958, το 1963, το 1974.
Οι φρόνιμοι άνθρωποι ζουν τα χειρότερα επί σαράντα χρόνια και περιμένουν τα χείριστα. Η σημερινή εξουσία; Ακολουθεί την αφελή τακτική του «δεν περίμενε» των προκατόχων ή απέκτησαν γνώση οι φύλακες; Θα ενισχύσει την άμυνα ή θα υποκύψει στις πονηρές πιέσεις όσων επιμένουν στην περαιτέρω αποδυνάμωση της εθνοφρουράς και στην ύποπτη απαίτηση των κραχτών για αφοπλισμό των εφέδρων από τα ατομικά όπλα, που είναι η μόνη δύναμη προφυλακής της κινδυνεύουσας πατρίδας; Διότι και αν μεν η διεθνής αποφασιστικότητα εξαλείψει τις εστίες της τρομοκρατίας, δεν πρόκειται να εκστρατεύσει στην κυπριακή λεπτομέρεια του χάρτη. Εδώ, δύναμη αντίστασης δεν θα είναι τα κανόνια της Εθνικής Φρουράς αλλά η εφεδρεία, που θα περιμένει τον τρομοκράτη από κάθε παράθυρο, από κάθε γωνιά. Κι ο τρομοκράτης θα το ξέρει!...
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ




