Η διακριτή γραμμή της λειτουργικότητας έχει δυο πόλους, τον θετικό που ορίζεται η φυσιολογική συμπεριφορά και τον αρνητικό που είναι η μη φυσιολογική συμπεριφορά. Η γραμμή αυτή δεν έχει σαφείς οριοθετήσεις, διότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι μοναδική και κάθε εκδήλωσή της είναι καλό να εξετάζεται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται. Ποιοι είναι, λοιπόν, οι προσδιοριζόμενοι άξονες καθορισμού του πλαισίου εκδήλωσης της συμπεριφοράς:

Τον πιο καθοριστικό παράγοντα έχει το πλαίσιο εμφάνισης της συμπεριφοράς, καθότι πολλές φορές μια συμπεριφορά φαίνεται φυσιολογική αλλά ορισμένες φορές η ίδια συμπεριφορά δεν φαίνεται φυσιολογική. Αν ποτίζω τα λουλούδια μου στον κήπο με τη νυκτικιά μου δεν είναι περίεργο, αν όμως ποτίζω τα λουλούδια στον κήπο μου με τη νυκτικιά την ώρα που βρέχει είναι μια περίεργη συμπεριφορά. Ένα ακόμη κριτήριο είναι η επιμονή της συμπεριφοράς. Αν περπατάω στον δρόμο και φιλώ όποιον δω μπροστά μου επειδή μόλις κέρδισα το λαχείο, η συμπεριφορά μου, αν και αλλόκοτη, μπορεί να δικαιολογηθεί, ωστόσο αν αυτό γίνεται κάθε φορά που περπατάω στον δρόμο, αυτό χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά μου διασπαστική.

Άλλα κριτήρια είναι αυτά της κοινωνικής παρέκκλισης που συνόψισε πολύ εύστοχα ο Szasz σε μια φράση: «Αν μιλάς στον Θεό, προσεύχεσαι. Αν ο Θεός σου μιλάει, είσαι σχιζοφρενής», της υποκειμενικής δυσφορίας, της ψυχολογικής μειονεξίας, αλλά και της έκπτωσης της λειτουργικότητας, όπως ανέφερε και πάλι ο ψυχίατρος Δρ Szasz: «Οι ψυχίατροι χαρακτηρίζουν κάποιον νευρωτικό αν υποφέρει από τα προβλήματά του στη ζωή και ψυχωτικό αν κάνει άλλους ανθρώπους να υποφέρουν».

Ωστόσο ο Rosenhan (1973) έθεσε ένα ερώτημα: κατά πόσον οι ενδείξεις στις οποίες στηρίζονται οι ψυχίατροι για να κάνουν διάγνωση αφορούν τους ίδιους τους ασθενείς ή τις καταστάσεις ή το πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι οι ασθενείς. Για να απαντηθεί το ερώτημα του Rosenhan διεξήχθη ένα πείραμα, κατά το οποίο φυσιολογικοί και μη φυσιολογικοί ασθενείς συνυπήρξαν σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Στο πλαίσιο του πειράματος, ομάδα ψυχιάτρων επρεπε να εξετάσουν όλους τους ασθενείς και ψευδοασθενείς, και να διαγνώσουν ποιοι ήταν φυσιολογικοί και ποιοι όχι. Τα συμπεράσματα της μελέτης του Rosenhan διατάραξαν την επιστημονική κοινότητα, καθώς η μελέτη του ανέφερε ότι οι εκπαιδευμένοι επαγγελματίες συχνά ήταν ανίκανοι να διαχωρίσουν τους φυσιολογικούς από τους ψυχικά πάσχοντες.

Αυτό για τον ερευνητή πηγάζει από το ότι το περιβάλλον του ψυχιατρείου επιδρά στην κριτική ικανότητα των ειδικών. Αυτό συμβαίνει γιατί από τη στιγμή που εισάγεται κάποιος στην ψυχιατρική πτέρυγα, οι επαγγελματίες ετικετοποιούν τον ασθενή και οτιδήποτε και αν κάνει ερμηνεύεται με άξονα την ήδη προαποφασιζόμενη διάγνωση των επαγγελματιών. Η σημασία των ευρημάτων της μελέτης του Rosenhan είναι σημαντική, καθότι με την έρευνα αυτή η χρήση διαγνωστικών ετικετών άρχισε να χρησιμοποιείται με περισσότερη προσοχή.

Διαβάζοντας την έρευνα του Rosenhan, θυμήθηκα τα λόγια του επόπτη μου που πάντα μου τόνιζε, «οι ετικέτες είναι για τους ειδικούς, όχι για τους ασθενείς». Μπορεί, όπως έλεγε και ο Ιονέσκο, το ότι σκέφτεσαι αντίθετα από την εποχή σου να είναι ηρωισμός. Αλλά το να το λες είναι τρέλα, ωστόσο, απαντώντας στον Ιονέσκο με τη φωνή του Μπατάιγ, «αυτό που με αναγκάζει να το γράψω είναι ο φόβος μη με θεωρήσουν τρελή». Η διάγνωση, οι ετυμηγορίες, οι διαπιστώσεις των ειδικών για τους ψυχικά πάσχοντες πρέπει να γίνονται με προσοχή και με πίστη στις ανθρώπινες δυνατότητες.

Γιατί η ψυχή του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες - φύσηξε, Χριστέ μου,
να γίνουν πεταλούδες. Πρέπει να χτυπούμε, να χτυπούμε τη μοίρα μας, ώς
ν' ανοίξουμε πόρτα, να γλιτώσουμε! Καζαντζάκης.

ΑΡΙΣΤΟΝΙΚΗ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-ΤΡΥΦΩΝΙΔΟΥ
MA, Msc, Pgp Ψυχολόγος