Για την προσχώρησή μας στην Ευρωζώνη υπογράψαμε τις συνθήκες του Μάαστριχτ και αργότερα της Λισαβόνας, που υπήρχε πρόνοια της επιβολής κυρώσεων από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για συμμόρφωση των Κεντρικών Τραπεζών των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις περιπτώσεις που δεν τηρούσαν τα συμφωνηθέντα, άρθρο 180, της συνθήκης του Μάαστριχτ. Μεταξύ των συμφωνημένων κριτηρίων ήταν και ο καθορισμός των μακροχρόνιων επιτοκίων, ώστε να διατηρείται ενιαίο το ευρωσύστημα χωρίς υπερβολικές διαφορές στους οικονομικούς δείκτες των χωρών. Στη νέα έκδοση των νομισματικών στοιχείων της Κεντρικής, του Αυγούστου 2014, παρουσιάζεται ένα καταθετικό επιτόκιο γύρω στο 2,3-2,7% και δανειστικό επιτόκιο γύρω στο 4,3-5,5%, ενώ στα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχουν χώρες που διατηρούν χαμηλότερα επιτόκια.

Η Κεντρική Τράπεζα οφείλει κάθε τρίμηνο να δημοσιοποιεί τα επιτόκια της αγοράς, και γι΄ αυτόν τον λόγο καθορίζει το επιτόκιο αναφοράς που ορίζεται από τα επιτόκια της αγοράς. Το επιτόκιο αναφοράς διέπεται από το άρθρο 314(α)-(γ) του ποινικού κώδικα που αφορά την τοκογλυφία. Από αυτήν τη νομοθεσία, για την τοκογλυφία, εξαιρούνται τα πιστωτικά ιδρύματα που διέπονται από τον νομό περί τραπεζικών εργασιών, δηλαδή εξαιρούνται οι τράπεζες, καθώς και τα συνεργατικά, αφού πλέον βρίσκονται κάτω από την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας.

Αυτή η τροπολογία, της εξαίρεσης, ψηφίστηκε στις 8/12/2011 με 22 ψήφους υπέρ από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΔΗΣΥ και του ΔΗΚΟ, και 19 ψήφους αποχή από το ΑΚΕΛ και το ΕυρωΚο, και τα στοιχεία βρίσκονται καταγραμμένα στο αρχείο της Βουλής των Αντιπροσώπων. Η κοινοβουλευτική ομάδα του ΔΗΣΥ προέβαλε ως πρόσχημα για την εξαίρεση των πιστωτικών ιδρυμάτων την επιβολή των επιτοκίων εκ μέρους των τραπεζών, ως αντίκρισμα του υψηλού κινδύνου των επενδύσεών τους, κάτι το οποίο φαινομενικά μπορεί να ισχύει σαν οικονομικός ορισμός, πραγματικά όμως δημιουργεί μόνο εντυπώσεις και παραπλανεί.

Ο λόγος που αυτή η τοποθέτηση δεν ευσταθεί στην περίπτωση της τοκογλυφίας είναι ο εξής: Μπορεί το επιτόκιο να αντιπροσωπεύει τον κίνδυνο της επένδυσης, αλλά κανένας δεν μπορεί να επιβραβεύει με αυτόν τον τρόπο επενδύσεις υψηλού κινδύνου και το κόστος να μην το επωμίζεται αυτός που παίρνει την απόφαση, δηλαδή η τράπεζα, αλλά ο οφειλέτης. Με απλά λόγια, οφείλει η τράπεζα να αναλαμβάνει το κόστος των επενδυτικών της αποφάσεων και αν οι επενδύσεις της είναι υψηλού κινδύνου και χρήζουν υψηλών επιτοκίων, πρέπει να υπάρχει όριο στα επιτόκια, ώστε να μην επιβραβεύεται η λανθασμένη επενδυτική απόφαση.

Αυτή η εξαίρεση έγινε σε περίοδο μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2011, όταν άρχισαν να φαίνονται τα κακώς έχοντα στο τραπεζικό μας σύστημα και τους επέτρεπε να ορίζουν επιτόκια ακόμα και 10 μονάδες πάνω από το επιτόκιο αναφοράς, που αυτήν τη στιγμή είναι 11,31% και το 2011 ήταν 12,5%, όπως το δημοσιεύει η Κεντρική Τράπεζα στην ιστοσελίδα της. Πώς είναι δυνατόν να ορίζονται χαμηλά επιτόκια από την Κεντρική Τράπεζα και η αγορά, οι Τράπεζες δηλαδή, να κρατούν το επιτόκιο στο 11 και 12%; Που είναι η εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας και η επιβολή κυρώσεων;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει το πλαφόν στα επιτόκια, υπήρξαν προτάσεις βασισμένες στις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης γι' αυτό το ζήτημα, αλλά η πολιτική βούληση δεν βρίσκεται πουθενά.
Η εξαίρεση των τραπεζών από αυτό το ποινικό αδίκημα, για άλλους, είναι παραβίαση της συνταγματικής αρχής της Διάκρισης και η Γενική Εισαγγελία έπρεπε να το γνώριζε, αλλά δυστυχώς η συνταγματικότητα πολλών νομοθετημάτων είναι κοντόφθαλμη.

Θεωρώ ότι οι κοινοβουλευτικές ομάδες οφείλουν να λογοδοτήσουν στον λαό γιατί ψήφισαν αυτήν την τροπολογία και να υποχρεωθούν να την ακυρώσουν πρώτα, να ακυρώσουν οι τράπεζες τις τοκογλυφικές χρεώσεις από το 2011 μέχρι σήμερα και μετά να προβούν στην υλοποίηση του νομοσχεδίου των εκποιήσεων. Όχι απλώς να έρθει μια νέα νομοθεσία, η οποία δεν θα μπορεί να λειτουργήσει αναδρομικά.

Συνεπώς, να τιμωρηθούν οι τράπεζες για τα τοκογλυφικά επιτόκιά τους που ταλαιπωρούσαν τον λαό και μετά να ζητούν τα ρέστα από τον κόσμο, με το να του πάρουν τα σπίτια και τις περιουσίες.

ΑΝΝΑ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
Οικονομολόγος,
Πρόεδρος της Θεματικής Οικονομικών Συμμαχίας Πολιτών