Έρχεται, λένε, τα σημάδια! Για τη χειμωνιά λέω! Είναι εκείνα τα πρωινά που το αεράκι σε χαϊδεύει και το νιώθεις, δεν είναι πια δροσιά αυτό το χάδι, όσο κι αν δεν κρυώνεις ακόμα. Είναι εκείνα τα σούρουπα που ’ρχονται πια τόσο νωρίς και σου στερούν εκείνη τη χαρά της αχλής που δεν είναι ούτε φως, ούτε σκοτάδι.
Είναι τα ρόδια, φρούτο τελευταίο καλοκαιριάτικο ή πρώτο φθινοπωρινό, που στολίζουν τα τρυφερά πράσινα φύλλα της ροδιάς σαν λαμπιόνια χριστουγεννιάτικα. Είναι τα πουλιά που ακροζυγιάζονται στα καλώδια κι ετοιμάζουν μ’ εκείνη τη γλώσσα τους τη μυστική το μεγάλο τους ταξίδι, οργανωμένα με τόση σοφία.
Είναι τ’ άσπρα μπαμπάκια που απλώνονται στον γαλάζιο θόλο. Ναι, μα δεν είναι ακόμα φθινόπωρο. Το λένε εκείνα τα καυτά μεσημέρια που λαχταράς μιαν ανάσα δροσιάς. Κι οι κούκοι που στέκουν ακόμα ολοπράσινοι, δροσεροί. Το λένε οι παρέες που περπατάνε τα δροσερά βράδια κουβεντιάζοντας κι οι γεμάτες ακόμα βεράντες. Ναι, δεν είναι ούτε καλοκαίρι ούτε φθινόπωρο.
Κι αναλογίζεσαι: Εγώ και τούτη η εποχή είμαστε ένα. Δεν έχω πια τη φλόγα την καλοκαιριάτικη, μα έχω τη ζεστασιά, το γαλήνεμα, την τρυφεράδα της ωριμότητας. Ναι, έρχεται η χειμωνιά. Κάτι τα λεπτά ποδαράκια που απλώθηκαν καιρό τώρα στις άκρες των ματιών. Κάτι το πεσμένο δέρμα γύρω απ’ τα χείλη, κάτι οι άσπρες τρίχες που πυκνώνουν μέρα τη μέρα.
Κάτι οι φόβοι για το μέλλον κι η νοσταλγία για όσα πέρασαν, κάτι τα ρίγη στη σκέψη τού τι σε περιμένει -αν κάτι σε περιμένει- σαν θα τα μαζέψεις για το μεγάλο ταξίδι, δείγματα πως δεν είσαι πια νέος. Μα πάνω απ’ όλα σε τρομάζουν τα μαύρα σύννεφα που απλώθηκαν καιρό τώρα στον τόπο κι όλο μαυρίζουν. Είναι κι οι δυο φίλες που έφυγαν πριν τη χειμωνιά.
Παίρνεις κι εσύ λοιπόν τα μπογαλάκια σου για ένα ταξίδι προς τα πίσω, μετανάστης στ’ όνειρο. Και ζωντανεύεις τη γενιά μας: με τον Elvis Presley, την Τζένη Καρέζη, τον Μανώλη Χιώτη, τη Μαίρη Λίντα. Με τη «Μαγική Πόλη» του Μίκη Θεοδωράκη και την «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι.
Γενιά αδικημένη που δεν έζησε την ξεγνοιασιά της νιότης, που πέρασε απ’ τα παιδικά τα χρόνια στην ωριμότητα χωρίς σταθμό, χωρίς ανάσα. Απ’ τη σημαία στο γυμνάσιο που σήμαινε κλείσιμο του σχολείου από τους Άγγλους ώς τις διαδηλώσεις και το 114 στην Αθήνα (η τήρηση του παρόντος Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων).
Τώρα, λίγο πριν τη χειμωνιά, αναρωτιέσαι: Αυτό ήταν λοιπόν; Κι εγώ που ήθελα να κάνω τον κόσμο καλύτερο, πώς έβαλα το χεράκι μου κι έγιναν όλα αυτά τα στραβά κι ανάποδα; Για πόσα απ’ τα καλά που έγιναν μπορώ να περηφανεύομαι; Τι προλαβαίνω να διορθώσω τώρα πια; Και τι αφήνω πίσω μου στο ξεκίνημα της αντίστροφης μέτρησης; Έχω καιρό να δουλέψω λίγο ακόμα για τον κόσμο; Να μεγαλώσω τις περηφάνιες μου και να λιγοστέψω τις τύψεις μου γι’ αυτόν; Θα το παλέψω κι ίσως χαρώ, όσο μπορώ, το ώριμο, το γλυκό μου μη φθινόπωρο.




