ή Ο σπαρακτικός λόγος της ποίησης
Σκέφτομαι, μέσα σ’ αυτήν τη φλυαρία και την ανοησία του καθ’ ημέραν βίου, μέσα στον λόγο των συνθημάτων που μας κατακλύζoυν και μας τυραννoύν, μέσα σ’ αυτό το απατηλό πέπλο της πολιτικής, όλοι εμείς οι άθλιοι και δειλοί, που αφήσαμε την πατρίδα μας και την εγκαταλείψαμε, πόσο συνεχίζουμε ανοήτως να χαϊδεύουμε το θηρίο, που σαράντα χρόνια μάς ποδοπατεί. Που μας εξευτελίζει, με το απύθμενο θράσος του. Που μας ταπεινώνει. Που μας διώκει και μας τυραννεί, με τις χιλιάδες των στρατευμάτων του. Με την υπεροπλία του. Που μελετά τον αφανισμό μας, με τις χιλιάδες των ξένων που έφερε να κατοικήσουν τον τόπο μας. Σκέφτομαι, τέλος, την από μέρους μας πλήρη σχεδόν άγνοια της ιστορίας. Αλλά και τις ψευδαισθήσεις μας. Και την ελαφρότητά μας. Και την αδυναμία μας.
Σκέφτομαι, λοιπόν, με όλα αυτά, εκείνο το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη με τον τίτλο «Του Θηρίου». Και σκέφτομαι, πόσο σύγχρονος και επίκαιρος και διαχρονικός είναι ο λόγος του. Πόσο διαυγής είναι ο λόγος του ποιητή Μίλτου Σαχτούρη, κεκαθαρμένος από τις υποκρισίες και τα ψεύδη και την καθολική εθνική αθλιότητα. Έτσι, λοιπόν, ο λόγος της ποίησης, τραυματικός και επώδυνος και σπαρακτικός, μας συνοδεύει και μας ακολουθεί, αποκαλύπτοντάς μας όλη τη φρίκη που μας περιβάλλει. Τον κρυφό και ανείπωτο σπαραγμό μας. Αυτά μας αποκαλύπτει τελικά ο Μίλτος Σαχτούρης με το ποίημά του «Του Θηρίου». Το πάθος της ιστορίας, την ανθρώπινη δοκιμασία. Τον τρόμο. Τη φρίκη. Την αδικία. Το θηρίο, που είναι δίπλα μας, κι εμείς το χαϊδεύουμε ή το εξευμενίζουμε, χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
«Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια
θα σου φτιάξω ένα ξύλινο σπίτι
θα σου δώσω ένα λαγήνι
θα σου δώσω κι ένα κοντάρι
θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις
----
Θα σε φέρω σ’ άλλα λιμάνια
να δεις τα βαπόρια πώς τρώνε
τις άγκυρες
πώς σπάζουν στα δυο τα κατάρτια
κι οι σημαίες ξάφνου να βάφονται μαύρες
-------
Θα σου βρω πάλι το ίδιο κορίτσι
να τρέμει δεμένο στο σκοτάδι το βράδυ
θα σου βρω πάλι το σπασμένο μπαλκόνι
και τον σκύλο ουρανό
που βαστουσε τη βροχή στο πηγάδι
------
Θα σου βρω πάλι τους ίδιους
στρατιώτες
αυτόν που χάθηκε παν τρία χρόνια
με την τρύπα πάνω απ’ το μάτι
κι αυτόν που χτυπούσε τη νύχτα τις
πόρτες
με κομμένο το χέρι
----
Θα σου βρω πάλι το σάπιο το μήλο
Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια».
«Του Θηρίου», Με το πρόσωπο στον τοίχο, 1952
Σκέφτομαι, λοιπόν, τα θηρία της ιστορίας. Και καταφεύγω σε εκείνον τον αισιόδοξο, Ορθόδοξο λόγο του Μακρυγιάννη και την απάντησή του στον Δεριγνύ: «Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε· τρώνε από μας και μένει και μαγιά…». Κι η μαγιά είναι ο Χριστός. Η Ορθοδοξία μας. Η βαθύτερη ουσία μας. Η υπόστασή μας. Η μνήμη μας. Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος.
Κι ακόμα στον άλλο τόπο καταφεύγω, όχι μόνο στον τόπο της ιστορίας, αλλά και της μετα-ιστορίας. Στη Θεία Δικαιοσύνη. Στην παράδοση και στη μνήμη της ιστορίας, τη μυστική και την αόρατη. Σ’ αυτά που μας υπέδειξε ενωρίτερα ο Γιώργος Σεφέρης με τους στίχους: «το αίμα, το αίμα / ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον Άη-Γιώργη τον καβαλάρη / για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα τον δράκοντα».
Αυτά σκέφτομαι, μέρες που ’ναι, με το Θηρίο να πατά τα χώματα της πατρίδος μας.
ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
Έκτακτες ειδήσεις
Τα ακίνητα της εβδομάδας




