Αύγουστος, 1982. Στους διαδρόμους του ΡΙΚ, το βήμα συρτό, με νωχέλεια αιγυπτιώτικη, τα μάτια γλαρά, υγρά, σκορπάνε ρίγη έρωτα, στιγμές μόνο σκιαγμένα. «Έτσι και καλύτερα θα γυρίσω», το λες σαν υπόσχεση. Έφευγες για τη Μόσχα, ύστερα απ’ το πρώτο εγκεφαλικό, προσκύνημα θέλησες στους Αγιούς Βαβατσινιάς, το χωριό σου. Δεν άργησε το μαντάτο πως έφυγες, 17 του Σεπτέμβρη. Έφυγες;

Ποιος το λέει; Ίσως μόνο οι κοντινοί σου. Τριάντα δύο χρόνια κι η καλημέρα μας γι’ άλλη μια φορά δεν θα πέσει χάμω. Θ’ ανέβει στον ήλιο που δεν προλάβαμε να τον μεθύσουμε όπως το ’θελες. Τριάντα δύο χρόνια σκιρτούμε όποτε ακούμε ακορντεόν, παίρνουμε μαζί σου εκείνο το δρόμο που είχε τη δική του ιστορία, γλιστράμε στην τσέπη σου σαν διφραγκάκι τόσο δα μικρό και σ’ ακολουθούμε σε ταξίδια μακρινά ώς την Τζαμάικα.

Σαν φανελάκι καλοκαιρινό να κολλάει πάνω σου ήθελες την καλή σου, δυο τσιγάρα για τώρα και δύο για μετά, μια κουτσή κιθάρα να ’χες τρεις δραχμές στην τσέπη και τρεις ο διπλανός ήταν τ’ όνειρό σου. Έγραφε στίχους ο Λευτέρης ο Παπαδόπουλος, έγραφε ο Φώντας ο Λάδης κι εσύ ζωντάνευες το γέρο νέγρο Τζιμ κι έκλαιγες για τα νιάτα που λιώναν στη βιοπάλη. Σου ’ταξε η μοίρα να αναμετρηθείς, εκείνη τη μαγική δεκαετία του εξήντα, με τα δυο μεγάλα θεριά της μουσικής, τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη.

Σήκωσες τ’ ανάστημά σου κι ήσουν λες ό,τι ακριβώς έπρεπε να ’σαι, τ’ ανάμεσό τους, πιο μαχητικός από τον ένα, πιο τρυφερός από τον άλλο. Ακόμα το στομάχι άδειο, το σακάκι δανεικό, και γράφεις, γράφεις, καλημερίζεις τη Μάρω που μοιράζεται μαζί σου ένα δωμάτιο και τα όνειρά σου, το κυπριώτικο γινάτι σου, ύστερα γεννιέται το Μυρσινάκι που βάζει τ’ άσπρα και γεμίζει η αγκαλιά σου τριανταφυλλάκια κι άστρα.

Όλοι μαζί λέγατε πως είχατε βάλει σκοπό να πάτε τον ορίζοντα έναν πήχυ πιο πάνω και με τα χρόνια βάλατε το λιθαράκι σας για καλύτερες μέρες. Πού είναι ο πήχυς τώρα; Αυτή την κατάντια που ζούμε εδώ και καιρό την πολεμάμε, Μάνο, με τις μελωδίες σου. Ο τόπος σου δεν είναι αυτός που σου ’μαθαν στην Αίγυπτο να τραγουδάς με το βιολάκι σου πριν ερωτευθείς την κιθάρα. Δεν είναι πια αυτός που σου ’στελνε ριπές ανέμου τα βιώματα που τα ζωντάνευες σαν έμπνευση.

«Η αλήθεια κι η ομορφιά που πηγάζουν απ’ την ποίηση και τη μουσική, αυτά μόνο μετράνε στη ζωή και την κάνουν υποφερτή για τον άνθρωπο», είχες πει κάποτε. Την αλήθεια αυτή την κυνήγησες παλεύοντας από γκαρσόνι σε ταβέρνα, μέχρι γραφίστας και διακοσμητής, να βρεις τι ήταν αυτό που κελαηδούσε μέσα σου. Κι εμείς δεν θα σε μαλώσουμε που έφυγες τόσο νέος, παίρνοντας μέσα σ’ εκείνο το μυαλό που το διέλυσαν τα εγκεφαλικά μελωδίες που δεν χαρήκαμε. Θα σου πούμε μόνο ευχαριστώ, θα σε φωνάζουμε πάντα αρχηγό, έχεις φύγει κι εμείς έχουμε ζήσει, και θα ζήσουν κι άλλες γενιές με τα τραγούδια σου, θα ’ναι δίπλα μας η ψυχή σου που έγινε κυπαρίσσι. Όλα, Μάνο, όλα σε θυμίζουν.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ