Αναρωτήθηκα πολλές φορές τις τελευταίες μέρες αν η Βαρόνη Άστον, στην οποία ο ΥΠΕΞ κύριος Ιωάννης Κασουλίδης εξέφρασε την έντονη διαμαρτυρία του για το έγγραφο Τσαβούσογλου, ενημέρωσε εν προκειμένω την ΥΠΕΞ της Ιταλίας ή όχι. Υποθέτω πως μάλλον όχι. Η Βαρόνη είχε, βεβαίως, την υποχρέωση να ενημερώσει, τουλάχιστον, την ΥΠΕΞ της προεδρεύουσας χώρας, για την αγωνιώδη προσπάθεια επιβίωσης ενός κράτους-μέλους.

Η Τουρκία, πάντως, συνεχίζει ανενόχλητη τον χαβά της, ενώ αποδεικνύεται ιδιαιτέρως αποτελεσματική η τουρκική προπαγάνδα στην ΕΕ.

Για την ελληνική πλευρά, όμως, υπάρχει κενό ενημέρωσης στην ΕΕ, που προκαλεί αλυσιδωτά προβλήματα κυρίως στο Κυπριακό, αλλά και στην αξιοπιστία μας ως κράτος. Κι αυτό προκύπτει από την ευγενέστατη, πλην όμως απογοητευτική απάντηση, ή μάλλον η «μη απάντηση» της Υπουργού Εξωτερικών της Ιταλίας Federica Mogherini, στην ερώτησή μου για το τουρκικό έγγραφο της 23ης Ιουνίου του 2014, με το οποίο η Άγκυρα χαρακτηρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία ως «εκλιπούσα».

Αλλά και για την πρόσφατη παράνομη επίσκεψη Ερντογάν στα κατεχόμενα και την αυτοκρατορική συμπεριφορά του. Η Ιταλίδα Υπουργός δεν απήντησε σε καμία ερώτηση Κυπρίων και ξένων Ευρωβουλευτών για το Κυπριακό. Δεν επιθυμώ να αναγάγω την άρνηση απάντησης και την πιθανή άγνοια σε μείζον ζήτημα, αν όντως η Υπουργός υλοποιήσει την εκφρασθείσα πρόθεσή της και μας ενημερώσει στην πρώτη εμφάνισή της ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών, ως Υπάτη Εκπρόσωπος και Αντιπρόεδρος της Επιτροπής.

Εντούτοις, υπάρχουν πολλοί λόγοι που προκαλούν ανησυχία. Επισημαίνω την έλλειψη συντονισμού μεταξύ Ευρωβουλευτών-Βουλής και Κυβέρνησης. Τονίζω ότι ούτε οι αξιωματούχοι των κρατών-μελών ενημερώνονται ικανοποιητικά για τις θέσεις μας από τις Κυβερνήσεις Αθηνών και Λευκωσίας. Σε αντίθεση με την τουρκική προπαγάνδα, που οργιάζει.

Δεν συνιστά, λοιπόν, έκπληξη το γεγονός ότι ενώ το τουρκικό έγγραφο, που κατετέθη από τις 23 Ιουνίου 2014 στο 52° Συμβούλιο Σύνδεσης Τουρκίας - ΕΕ και κυκλοφόρησε ευρέως, δεν ήταν καν σε γνώση της νέας Επικεφαλής της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής της ΕΕ και Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η αγωνία μας συνίσταται στο αν οι υπηρεσίες μας θεωρούν άνευ σημασίας την έκδοση του πιστοποιητικού θανάτου της Κυπριακής Δημοκρατίας και αν κάποιοι αναμένουν παθητικά τον ενταφιασμό της. Εν πάση περιπτώσει, είναι γνωστά τα ελλείμματά μας και οφείλουμε να τα καλύψουμε.

Ζήτησα να συναντήσω την Υπουργό, προς ανταλλαγή απόψεων και αλληλοενημέρωση. Άλλωστε επίκειται η έναρξη των εργασιών της Μεικτής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής ΕΕ-Τουρκίας με τη νέα της σύνθεση και είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε πού βαδίζουμε. Πρέπει να συντονιστούμε για να έχουμε τη δυνατότητα να ενημερώνουμε στον μέγιστο δυνατό βαθμό την ΕΕ και να εναρμονίζουμε τα δικά μας συμφέροντα με εκείνα των υπολοίπων, κατά τρόπον ώστε οι δικές μας θέσεις να συνδιαμορφώνουν τις κοινές ευρωπαϊκές.

Όπως επεσήμανα κατά τη διάρκεια της ομιλίας μου, στο πλαίσιο της συνεδρίας της Επιτροπής Εξωτερικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δεν μπορεί να τονίζεται από τη μια ότι η Ρωσία δεν αποτελεί πια στρατηγικό εταίρο της ΕΕ επειδή προσήρτησε την Κριμαία, και να της επιβάλλονται σκληρές κυρώσεις, από την άλλη να υπάρχει πρόθεση από την Ιταλική Προεδρία και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η επιβράβευση με το άνοιγμα ενταξιακών κεφαλαίων της κατοχικής Τουρκίας. Και δεν μπορεί να μην απορριφθεί ως απαράδεκτο το τουρκικό έγγραφο της 23ης Ιουνίου, διότι προσβάλλει την Κυπριακή Δημοκρατία και την ΕΕ, νομικά, πολιτικά και ηθικά.

Αφ' ετέρου, ενώ ο Αρμόδιος Επίτροπος για θέματα Διεύρυνσης Στέφαν Φούλε απάντησε σε σχετική με το έγγραφο Τσαβούσογλου ερώτησή μου, ότι με βάση τη δήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005 στο νησί αναγνωρίζεται ως μοναδικό υποκείμενο διεθνούς δικαίου η Κυπριακή Δημοκρατία, την οποία η Τουρκία οφείλει να αναγνωρίσει, εμείς ανεχόμαστε τον Ερντογάν να μας αμφισβητεί και να μας υβρίζει.
Η τουρκική στάση παραμένει αδιάλλακτη όπως πάντα, και αυτό οφείλεται στη δική μας εξευμενιστική πολιτική, στην ατολμία μας, η οποία εκλαμβάνεται ως αδυναμία και όχι ως έμπρακτη απόδειξη συναίνεσης. Ενισχύεται από τις δικές μας ψευδαισθήσεις ότι «μετά τις εκλογές, ο Ερντογάν και ο κάθε Ερντογάν θα γίνει διαλλακτικότερος».

Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα ρεαλιστικά. Πιστεύω πως μόνο όταν η Τουρκία κατανοήσει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να παρεμποδίσει αποτελεσματικά, τόσο την πορεία της προς την ΕΕ, όσο και εκτός αυτής, λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής και επιθετικότητάς της, θα γίνει διαλλακτική. Γι' αυτό, αν η Τουρκία δεν αποδεχθεί ως προϋπόθεση λύσης τη δήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005 και δεν αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, πρέπει να είμαστε κάθετοι, σκληροί, άτεγκτοι και αμετακίνητοι: Κανένα άνοιγμα ενταξιακού κεφαλαίου, καμία πρόοδος προς την ένταξη ή την ειδική σχέση. Δεν μπορεί να είναι η Ρωσία στο σκαμνί και η Τουρκία να μας παραδίδει μαθήματα δημοκρατίας.

ΕΛΕΝΗ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ
Ευρωβουλευτής