Μια από τις τιμωρίες, όταν αρνείσαι να συμμετέχεις στην πολιτική, είναι να κυβερνάσαι από κατώτερούς σου…

Αυτό το διαχρονικό ρητό του σοφού Πλάτωνα στριφογυρίζει όλο και πιο συχνά στο μυαλό μου αναλογιζόμενος τα όσα σχιζοφρενικά εκτυλίσσονται στη μικρή μας Κύπρο τον τελευταίο καιρό. Απαριθμώντας τις οδυνηρές επιπτώσεις του οικονομικού εγκλήματος, που σύρει χιλιάδες συμπολίτες μας στην ανέχεια, διερωτώμαι πραγματικά γιατί οι πολλοί επιτρέψαμε στους λίγους επιτήδειους να λεηλατήσουν τον τόπο. Μην μπορώντας να δώσω πειστική απάντηση στον βαθύτατο προβληματισμό μου ανέτρεξα υποχρεωτικά στη σοφία της Αρχαίας Ελλάδας.

Ο Πλάτωνας μου θύμισε ότι ως κοινωνία των πολιτών ήμασταν όλα τούτα τα χρόνια ανύπαρκτη, αφήνοντας την τύχη μας στα χέρια των πολιτικών και των εκάστοτε κυβερνώντων. Αντί να συμμετέχουμε ενεργώς στα κοινά επιτρέπαμε στους πολύχρωμους γυρολόγους της πολιτικής και δημόσιας ζωής να αποφασίζουν για μας, χωρίς εμάς.

Νομίζαμε οι αφελείς ότι λύσαμε για πάντα όλα μας τα προβλήματα με τον διορισμό μας στο δημόσιο και στην τράπεζα ή ανοίγοντας επιχείρηση με δανεικά, τα οποία μας παραχωρούσαν αφειδώς οι έξυπνοι τραπεζίτες του «Χάρβαρντ». Και ξάφνου μια μέρα η Κύπρος πλημμύρισε με λιμουζίνες, πολυτελείς οικίες και εξοχικά σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από την κύριά μας κατοικία. Την ίδια ώρα τα ταξίδια στην Ερμού και στο Κολωνάκι μετατράπηκαν σε βόλτα ρουτίνας, για τη συντριπτική πλειοψηφία των νεοκυπρίων, ενώ η αφρόκρεμα επέλεγε για λόγους «πρεστίζ» Λονδίνο, Παρίσσι και γιατί όχι, Μιλάνο.

Στο ποδόσφαιρο μεθύσαμε με τις πρωτόγνωρες για τα στενά Κυπριακά όρια πανευρωπαϊκές διακρίσεις του ΑΠΟΕΛ και της Ανόρθωσης, νομίζοντας ότι ξαφνικά γίναμε ποδοσφαιρική υπερδύναμη. Ζώντας στον μικρόκοσμό μας, ξεχνούσαμε ή καλύτερα δεν θέλαμε να θυμόμαστε ότι ούτε υποδομές έχουν τα σωματεία μας, ούτε εθνική ομάδα διαθέτουμε, ούτε ταλέντα αναδεικνύουμε, αφού το ποδόσφαιρό μας μέσα σε μερικά χρόνια βρέθηκε αιχμάλωτο στα γρανάζια των έγχρωμων και Κοινοτικών παικτών.

Το αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς είναι τραγικό ως απόρροια της ανηθικότητας, της αλαζονείας και του αρχοντοχωριατισμού που κυριάρχησαν σε όλα τα μήκη, πλάτη και βάθη της καθημερινής μας ζωής. Η οικονομία κατέρρευσε, η πολιτική απογοήτευσε, η κοινωνία ξεφτιλίσθηκε και μαζί της χιλιάδες νοικοκυριά σύρονται στο περιθώριο, με θλιβερούς πρωταγωνιστές τους νέους επιστήμονες που αναζητούν την τύχη τους σε τόπους μακρινούς.

Γράφοντας αυτές τις γραμμές έρχεται στο νου μου μια άλλη σπουδαία ρήση του Πλάτωνα που λέει ότι, «όλος ο χρυσός που βρίσκεται πάνω ή κάτω από τη Γη, δεν είναι αρκετός για να δοθεί ως αντάλλαγμα για την αρετή». Εφόσον, λοιπόν, χάσαμε την αρετή και το μέτρον, ήταν επόμενο να φθάσουμε στην παρακμή και τη δυστυχία. Κι αν δεν προσέξουμε, αν δεν φέρουμε του νου μας που λέμε στην καθομιλουμένη, χειρότερα έπονται. Κι αν νομίζουν οι εναπομείναντες έχοντες και κατέχοντες ότι μπορούν να ζήσουν ευτυχισμένοι δίπλα ή μέσα στο περιβάλλον της μιζέριας των άλλων, πλανώνται πλάνην οικτράν.

Ο Πλάτωνας τους παραπέμπει στους εργάτες του μόχθου υπενθυμίζοντάς τους το διδακτικό, «όπως λένε οι κτίστες, οι μεγάλες πέτρες δεν στέκονται καλά χωρίς τις μικρότερες». Τώρα που η δυστυχία του νεοκύπριου οδεύει στην κορύφωσή της με την εκποίηση των περιουσιών του με όχημα το καζίνο της παγκοσμιοποίησης, υπό τις ευλογίες της Τρόικας και των δορυφόρων της στην πάλαι ποτέ ευημερούσα νήσο, μοναδική ελπίς σωτηρίας είναι η ενεργός εμπλοκή στα κοινά, παίρνοντας την τύχη μας στα ίδια μας τα χέρια.

ΞΕΝΗΣ Χ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
Πρόεδρος Ινστιτούτου Ελληνικού Πολιτισμού