Αλήθεια, τι ανέμεναν ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας ως κομιστής και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως αποστολέας με το περιβόητο γραπτό μήνυμα προς τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο της Τουρκίας; Ποία λεπτή διπλωματική στρατηγική τούς οδήγησε στο να πιστέψουν όσους τους διαβεβαίωσαν ότι, μετά τις εκλογές στη χώρα του, ο κ. Ερντογάν θα μεταβάλει στάση; Τους διέφυγε ότι από χρόνια οι Τούρκοι δηλώνουν με εκπληκτική συνέπεια, προς κάθε κατεύθυνση, ότι δεν αναγνωρίζουν την Κυπριακή Δημοκρατία, την οποία σε πολυσέλιδο έγγραφο προς την Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτήρισαν πολύ πρόσφατα τον Ιούνιο του 2014 «εκλιπούσα»;
Άλλωστε, η αναφορά από χρόνια της Τουρκίας για δύο λαούς, δύο διοικήσεις, δύο γλώσσες και δύο θρησκείες είχε συγκεκριμένο στόχο: απέβλεψε να διαμορφώσει, με τη συστηματική επανάληψη και χωρίς αντίλογο ανατροπής, πεποίθηση ορθότητας. Έτσι, από το διάβημα αυτό, ως χώρα υπό κατοχή, μετρά πλέον η αναξιοπρέπεια και η δουλική ευχετήρια επιστολή του Προέδρου μας προς τον Αρχηγό ενός Κράτους που εισέβαλε στρατιωτικά, κατέλαβε βίαια με τη λόγχη μεγάλο τμήμα της χώρας μας, δημιούργησε χιλιάδες πρόσφυγες, αγνοούμενους, εγκλωβισμένους, επιφέρει συστηματικά δημογραφική αλλοίωση και παράνομο εποικισμό.
Η ιστορία λοιπόν καταγράφει ένα ακόμη στα τόσα άλλα διαδοχικά ολισθήματα και υποχωρήσεις μας, και παράλληλα αναδεικνύει τον κ. Ερντογάν ότι ακολουθεί πιστά τη διαχρονική, από τη δεκαετία 1950, στρατηγική της Τουρκίας σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αναμένει, προφανώς, η Τουρκία τα επόμενα σφάλματα της δικής μας πλευράς.
Οι δηλώσεις του κ. Ερντογάν (πέραν από τα μηνύματα που έστειλε με την πρώτη εκτός Τουρκίας επίσκεψή του στα κατεχόμενα) επιβεβαιώνουν ότι η θεμελίωση των «απαιτήσεών» του ξεκινούν από τις υποχωρήσεις του 1977-79, στηρίζονται στην ανακήρυξη του ψευδοκράτους το 1983, ως επίσης και στις συμφωνίες στον διάλογο, με την κοινή δήλωση για «νέο συνεταιρισμό» δύο ισότιμων κρατιδίων της 23.5.2008 και με τη συμφωνία της 11.2.2014, που για πρώτη φορά διαμόρφωσε κεκτημένα υπέρ των Τουρκοκυπρίων και εισήγαγε το θέμα των χιαστί επισκέψεων των συνομιλιών στην Ελλάδα και Τουρκία, ως να έχει ευθύνη (που υπέδειξε προκλητικά αβάσιμα ο κ. Ερντογάν) και η Ελλάδα για ό,τι συμβαίνει στην υπό στρατιωτική τουρκική κατοχή Κύπρο.
Η ηγεσία, διαχρονικά, στο επίπεδο διεκδίκησης του δικαίου απέτυχε. Ακόμη και η Βουλή, ως η πολυεπίπεδη εκπρόσωπος του λαού, ανέχθηκε την επίσκεψη και τους λόγους του κ. Έρογλου ως και τον αυθαίρετο χαρακτηρισμό για «εκλιπούσα» Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι λοιπόν η ώρα του ίδιου του λαού, που δεν δικαιούται να σιωπά και να ανέχεται υποχωρήσεις και εξευτελισμούς, που ήδη έθεσαν σε σοβαρή αμφισβήτηση τη φυσική επιβίωσή του στον τόπο των προγόνων του.
Τούτο, ανεξάρτητα προς τους κινδύνους εκ της οικονομικής κρίσης, η οποία προφανώς δεν επήλθε τυχαία και άσχετα με τη σαφή ευθύνη της πολιτικής ζωής της χώρας. Ήδη ο λαός φαίνεται, προς όσους εκτός Κύπρου μας παρακολουθούν, ότι δεν λειτουργεί ως η κυρίαρχη δύναμη. Είναι σε μια λανθάνουσα κατάσταση αναμονής ή αδράνειας και αμηχανίας, που οφείλεται σε δηλώσεις του τύπου ότι, οι φίλοι μας διαβεβαιώνουν ότι θα ασκήσουν πιέσεις στην Τουρκία. Γιατί όμως να πιεστεί ο κ. Ερντογάν, όταν εμείς η ίδιοι δεν αξιώνουμε ό,τι δικαιούμαστε ως Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχοντας μάλιστα ενεργειακές δυνατότητες τις οποίες συνεχίζουμε να μην τις αξιοποιούμε πολιτικά και οικονομικά;
Η όποια περαιτέρω αδράνεια λαϊκής αντίδρασης θα συντελέσει στο να εμφανιστεί προς τα έξω ότι η σιωπηρή πλειοψηφία του ίδιου του λαού κατέστη συνυπεύθυνη, με όσες ευθύνες βαραίνουν την πολιτική ηγεσία. Συνεπώς, είναι η ώρα που ο λαός δεν πρέπει να ανεχθεί την όποια άλλη μικροκομματική πολιτική, που διαδοχικά οδήγησε σε καταστρεπτικές υποχωρήσεις και ανέδειξε τους κ.κ. Χριστόφια και Αναστασιάδη, αντίστοιχα, στο αξίωμα του Προέδρου. Πρόεδροι που λειτούργησαν κατά τη δική τους περιορισμένη σοφία. Ας δηλώσει ο κυρίαρχος λαός ότι ανακαλεί την εμπιστοσύνη του από τις όσες πολιτικές υποχωρήσεις υπήρξαν κατά την αντίστοιχη θητεία των κ.κ. Χριστόφια και Αναστασιάδη. Ας αξιώσει το δίκαιό του. Ας απαιτήσει νέα πολιτική, που θα αφορά αντίσταση κατά της κατοχής και θα διασφαλίζει σεβασμό στα ατομικά δικαιώματα και στο κοινοτικό κεκτημένο.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




