Η έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.) για τις τιμές των φαρμάκων κυκλοφόρησε μόλις πρόσφατα και τα MME προέβαλαν το θέμα ποικιλόμορφα, με κάποια από αυτά να επιλέγουν τίτλους όπως «Έχουμε τα πιο ακριβά φάρμακα στον κόσμο». Πόσο, όμως, αντικειμενικά συνοψίζονται τα συμπεράσματα της έκθεσης μέσα από τέτοιους τίτλους;
Κατ' αρχήν είναι αναμενόμενο, σε χώρες με μικρό μέγεθος, να παρατηρούνται ψηλότερες τιμές φαρμάκων λόγω της περιορισμένης αγοραστικής δύναμης. Εντούτοις, παρά το συγκριτικό μειονέκτημα της χώρας μας, η εν λόγω έκθεση (σελ. 16) καταδεικνύει ότι η κατά κεφαλήν δαπάνη σε φαρμακευτικά προϊόντα στην Κύπρο είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (€322 έναντι €349).
Η ιδιομορφία που παρουσιάζει η χώρα μας και χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς, εστιάζεται στη λειτουργία δύο εντελώς ξεχωριστών ανεξάρτητων συστημάτων με πολύ διαφορετικές τιμές, πολύ ψηλές στον ιδιωτικό τομέα και πολύ χαμηλές στον δημόσιο τομέα. Είναι, λοιπόν, τουλάχιστον ατυχής ο ισχυρισμός ότι γενικά «έχουμε τα πιο ακριβά φάρμακα στον κόσμο». Είναι λάθος να γενικεύουμε την κατάσταση λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις τιμές του ιδιωτικού τομέα. Το ότι τα φάρμακα του Δημοσίου διατίθενται δωρεάν δεν αναιρεί το γεγονός ότι και αυτά παραμένουν κόστος για τον φορολογούμενο και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εξαγωγή ενός γενικού συμπεράσματος.
Μάλιστα η έκθεση εξηγεί (σελ. 32) ότι οι υψηλές τιμές του ιδιωτικού τομέα ουσιαστικά επιδοτούν τις χαμηλές τιμές του δημόσιου τομέα. Επίσης δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι υψηλότερες τιμές του ιδιωτικού τομέα σχετίζονται με την ύπαρξη διαφορετικών επιλογών φαρμάκων, κάτι που βέβαια δεν ισχύει στον δημόσιο τομέα.
Το γεγονός, επίσης, ότι η έκθεση εισηγείται καθολική μείωση των τιμών (σελ. 40) της τάξης του 8% μόνο (και όχι της τάξη του 50%-70%), σημειώνοντας μάλιστα ότι θα πρέπει να γίνει με προσοχή ώστε να μην επηρεαστεί η διαθεσιμότητα των φαρμάκων, είναι ενδεικτικό της υπερβολής που προβλήθηκε το θέμα.
Οπόταν, χωρίς να παραγνωρίζονται οι εισηγήσεις για βελτίωση του τρόπου διαχείρισης των φαρμάκων, το βαθύτερο πρόβλημα που αναδεικνύεται μέσα από την έκθεση δεν αφορά κατ' ουσίαν στις τιμές αλλά στις έντονες ανισότητες που δημιουργούνται μεταξύ των πολιτών στην πρόσβαση φαρμακευτικής περίθαλψης. Κάποιοι υπερχρεώνονται (ιδιωτικός τομέας) τη στιγμή που κάποιοι άλλοι τυγχάνουν εντελώς δωρεάν περίθαλψης (δημόσιος τομέας). Αυτό θα τερματιστεί με την εφαρμογή του ΓεΣΥ, όπου θα υπάρξει καθολική και ισότιμη πρόσβαση.
Οι δε πλείστες των εισηγήσεων της έκθεσης (σελ. 38-57), όπως η προώθηση γενόσημων φαρμάκων, η δημιουργία ενός κοινού τιμοκαταλόγου, η ομοιόμορφη εφαρμογή συμπληρωμών, ο καθορισμός τιμής αναφοράς, η σωστή συμπεριφορά των παρόχων κτλ, βρίσκουν πολύ καλύτερη εφαρμογή εντός της ενιαίας πλατφόρμας του ΓεΣΥ.
Μια προσεκτική και αντικειμενική ανάλυση της έκθεσης, μακριά από υπερβολές για χάρη του πρόσκαιρου εντυπωσιασμού, μπορεί να αποβεί πολύ πιο χρήσιμη για εξεύρεση ρεαλιστικών λύσεων προς όφελος του πολίτη.
ΓΑΒΡΙΗΛ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ
Εγκεκριμένος Λογιστής
Τα ακίνητα της εβδομάδας




