Η 30ή Αυγούστου 1974, ημέρα της απόπειρας δολοφονίας του Βάσου Λυσσαρίδη και δολοφονίας του αγωνιστή-ποιητή Δώρου Λοΐζου, δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο «ιστορικό επεισόδιο». Συνιστά κρίκο συνέχειας στο εθνικό εφιαλτικό ανόμημα της 15ης Ιουλίου 1974

Συχνά διατυπώνεται η άποψη ότι θα πρέπει να ξεπεράσουμε τις αντιθέσεις του παρελθόντος, να υπερβούμε εκείνα που μας διχάζουν και να ρίξουμε στη λήθη κάποιες περιόδους της σύγχρονης πολιτικής και εθνικής μας ιστορίας. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης προβάλλουν ως επιχείρημα την ανάγκη ύπαρξης ενότητας του λαού μας για την ευόδωση του αγώνα για τερματισμό της τουρκικής κατοχής και αποκατάσταση της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της πατρίδας μας.

Η άποψη αυτή, εκ πρώτης όψεως αγαθών προθέσεων, παραγνωρίζει ωστόσο μια σημαντική αλήθεια. Ότι κανένα έθνος και λαός δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν χωρίς ιστορική μνήμη. Μια ιστορική μνήμη που επιβάλλεται ως συνιστώσα εθνικής αυτογνωσίας και ως πηγή διδαχής από τις εμπειρίες του παρελθόντος. Σωστά, άλλωστε, ελέχθη ότι όσοι ξεχνούν την ιστορία είναι καταδικασμένοι να την ξαναζήσουν.

Η 30ή Αυγούστου 1974, ημέρα της απόπειρας δολοφονίας του Βάσου Λυσσαρίδη και δολοφονίας του αγωνιστή-ποιητή Δώρου Λοΐζου, δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο «ιστορικό επεισόδιο». Συνιστά κρίκο συνέχειας στο εθνικό εφιαλτικό ανόμημα της 15ης Ιουλίου 1974.

Αυτήν την αλυσίδα γεγονότων του καλοκαιριού του 1974, που συνιστούν τη μεγαλύτερη προδοσία στη νεότερη ιστορία του Ελληνισμού, ούτε δικαιούμαστε ούτε επιτρέπεται να ξεχάσουμε.

Πέρα όμως από τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, το χρέος μας είναι η ανατομία του εγκλήματος, η αναζήτηση των ελατηρίων των ενόχων και η αιώνια ηθική τους καταδίκη, αφού οι τότε κρατούντες ενσυνείδητα απέφυγαν την ποινική τους δίωξη και καταδίκη.

Τον Αύγουστο του 1974, υπό το δραματικό βάρος της άλωσης της Κύπρου από τον επί δεκαετίες καραδοκούντα τουρκικό επεκτατισμό μετά την εθνική προδοσία, οι λαϊκές δυνάμεις άρχισαν να ανασυγκροτούνται και να επιζητούν με μαχητικότητα και σθένος την επάνοδο του εκλελεγμένου ηγέτη της Κύπρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας και των δημοκρατικών αγώνων για επιστροφή του Μακαρίου στεκόταν ο Βάσος Λυσσαρίδης και το Σ.Κ. ΕΔΕΚ. Η προοπτική όμως επανόδου του Μακάριου δημιουργούσε τον κίνδυνο ματαίωσης των ξένων συνωμοτικών σχεδίων για ένα «κλείσιμο» του Κυπριακού στη βάση των «τετελεσμένων» της τουρκικής εισβολής.

Επί τούτω υπεβλήθη το γνωστό σχέδιο Γκιουνές, το οποίο στην πραγματικότητα, εφαρμοζόμενο, θα έθετε το σύνολο της γεωγραφικής επικράτειας της Κύπρου υπό την κατοχή της Τουρκίας, αφού προέβλεπε τη διασπορά στρατευμάτων της σε όλα τα σημεία της Κύπρου στα οποία ζούσαν Τουρκοκύπριοι.

Υπό την εκβιαστική απειλή της εν εξελίξει ευρισκομένης τουρκικής επιχείρησης του Αττίλα 2 συνεκλήθη η ιστορική πια σύσκεψη της 15ης Αυγούστου στο Γραφείο Δημοσίων Πληροφοριών, για συζήτηση του υποβληθέντος σχεδίου οριστικής «λύσης» του Κυπριακού. Την αίθουσα είχαν κατακλύσει δεκάδες θρασείς κααλασνικοφόροι εοκαβητατζήδες οι οποίοι, ως γνωστόν, αντί του πεδίου της μάχης και της αντιμετώπισης του Τούρκου εισβολέα είχαν προτιμήσει τη θαλπωρή της ασφαλούς διαμονής σε διάφορα κυβερνητικά κτίρια ή τη δροσερή διαφυγή στα βουνά του Τροόδους.

Σε αυτήν την ατμόσφαιρα που είχαν δημιουργήσει οι «ηρωικοί» πραξικοπηματίες, εν μέσω χλευασμών και απειλών, ο Βάσος Λυσσαρίδης εκπροσωπώντας ολόκληρο το δημοκρατικό λαϊκό κίνημα έδωσε το μήνυμα της αντίστασης στην απόπειρα ολοκλήρωσης της συνωμοσίας, με την τεκμηριωμένη απόρριψη του σχεδίου Γκιουνές. Η κατάληξη όμως της σύσκεψης αυτής έδωσε και ένα σαφές μήνυμα.

Ότι ο λαός μας δεν είχε ακόμα παραδοθεί. Ότι η αντίσταση συνεχίζεται. Ότι υπάρχουν δυνάμεις που μπορούσαν να εμπνέουν και να καθοδηγούν τον λαό. Και τέλος, ότι με αυτά τα δεδομένα, η επιστροφή του Μακαρίου θα ανέτρεπε τον μέχρι τότε αρνητικό συσχετισμό για τις λαϊκές δυνάμεις και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις οριστικής ματαίωσης των συνεχώς εκκολαπτόμενων σεναρίων οριστικής «διευθέτησης» του Κυπριακού.

Η συνωμοτική αυτή προσπάθεια δεν τελεσφόρησε, πρώτον, επειδή οι δολοφόνοι απέτυχαν στον βασικό στόχο, δολοφονώντας ωστόσο τον αγωνιστή-ποιητή Δώρο Λοΐζου και, δεύτερο, γιατί επεδείχθη θαυμαστή αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία από το δημοκρατικό κίνημα, που ανέτρεψε τα σχέδια και ματαίωσε τις προσδοκίες των βδελυρών υπανθρώπων της εθνοκτόνου ΕΟΚΑ Β.

Επιπρόσθετα όμως, 40 χρόνια μετά, υπάρχει και η ανάγκη του σημερινού χρέους. Να αποτρέψουμε τη νομιμοποίηση των τετελεσμένων, την αναγνώριση των «πραγματικοτήτων», τη δήθεν λύση στη βάση «των δύο κρατών και των δύο λαών», την εσαεί ύπαρξη επεμβατικών εγγυητικών δικαιωμάτων, την παραμονή των εποίκων. Να μην περάσει η επιβολή του άδικου στην παράλογη λογική του δήθεν αναγκαίου μη αναπότρεπτου οδυνηρού συμβιβασμού.

Να λοιπόν γιατί επιβάλλεται αγώνας εναντίον της ιστορικής αμνησίας. Να γιατί τα τότε γεγονότα και η θυσία του Δώρου Λοΐζου πρέπει να υπογραμμίζουν και το σημερινό μας χρέος.

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Λ. ΟΜΗΡΟΥ
Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπων και
Πρόεδρος Κ.Σ. ΕΔΕΚ